Αγανακτώ, με έχουν πρήξει.
- Κάθησε να διαβάσεις, παιδί μου. Χτίκιασα να το λέω!
Αγανακτώ, με έχουν πρήξει.
- Κάθησε να διαβάσεις, παιδί μου. Χτίκιασα να το λέω!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Κακοσούλουπος, αδύνατος, κιτρινιάρης.
Χτικιό = η φυματίωση.
Σ' έψαχνε ένας ψηλός, αδύνατος, χτικιάρης!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Κακοσούλουπος, χτικιάρης.
Από το τραπουλόχαρτο.
- Πώς είσαι έτσι ρε! Σαν δύο καρώ!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Μακρύ, ίσιο μαλλί, γυρισμένο προς τα πάνω, στην άκρη.
Επειδή μοιάζει με λασπωτήρα αυτοκινήτου.
- Να! Αυτός εκεί είναι ο Λάκης, ο μελαχρινός με το μαλλί-σπόιλερ!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο ομοφυλόφιλος.
- Πώς σου φαίνεται ο νέος συνάδελφος:
- Για πισωκούντη τον κάνω. Λες να είναι «του συλλόγου»;
Βλ. και πισωγλέντης. Αντ. πισωκέντης.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο πασιχαρής = ο gay. Λέγεται στις Κυκλάδες.
- Σαν πεσίχαρος μου φαίνεται ο καινούργιος μας Δάσκαλος!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Φαφλατάς και μεγαλόστομος.
(πομφόλυγα = φούσκα)
-Ήλθε και αυτός ο πομφολυγοπαφλάζων, με ύφος δεκαπέντε καρδιναλλίων, και μας τα έπρηξε!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το Ν των νέων οδηγών.
(Ταξιτζής πίσω από δειλό οδηγό, που έχει κολλημένο το Ν στο πίσω τζάμι)
- Αμάν, θα νυχτώσουμε. Αυτός μπροστά με τη νικολέττα δεν θα την περάσει ποτέ τη διάβαση!
Δές και νικολάκης.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το πλύσιμο των πιάτων και γενικότερα, κάθε αγγαρεία.
- Εγώ ήλθα να κάνω την πρακτική μου, να εκπαιδευτώ, να μάθω κάποια πράγματα, όχι να κάνω μόνο λάντζα! (ταιριάζει σε μαθητευόμενους τεχνίτες, νοσηλευτές, ειδικευόμενους ιατρούς, δικηγόρους που κάνουν την πρακτική τους κλπ.)
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Αυτός που φοράει φράκο.
(επειδή το φράκο είναι σχιστό πίσω, σαν την ουρά του χελιδονιού).
Όλη η ορχήστρα ντυμένη στα μαύρα και ο μαέστρος ψαλιδόκωλος. Επίσημα πράγματα!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!