Σοκολατιέρα είναι μια λέξη των καραβιών που αναφέρεται στα κορίτσια που καθόντουσαν μαζί σου μέχρι να σου πάρουνε κέρασμα μερικά ή πολλά ποτά.

Εργαζόμενα κορίτσια, άνευ συνοδού, που συνηθίζουν μόνα ή με συντροφιά να πηγαίνουν στις καφετέριες, στα μπαρ -συχνότερα-, στα πάρκα, στα χοροπηδάδικα, στα λούνα-παρκ για έναν καφέ ή ένα αναψυκτικό. Συζητούν, σχολιάζουν, χαχανίζουν, καπνίζουν το τσιγαριλίκι τους.

Οι ναυτικοί τις ονομάζουν χαϊδευτικά σοκολατιέρες. Ίσως απ' το γάλα με σοκολάτα που πίνουν. Έτσι τις ξεχωρίζουν από τις business-girls.

Μέχρι την παρέα και το κέρασμα όλοι συμφωνούν. Μετά οι γνώμες διίστανται ανάλογα με το τι έτυχε στον καθένα.

Συνήθως ψάχνουν για τσάμπα ποτό και παρέα με άγνωστο-ξένο ( μη ντόπιο στα μικρά μέρη, αλλοδαπό, που σήμερα είναι, αύριο δεν είναι) και μετά την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια. Σε κάποιες αρέσει και που καυλώνουν τους άντρες.

Ενίοτε -σπάνια πάντως- υπάρχει και συνέχεια. Εδώ το πράμα αλλάζει.

Μπορεί τελικά –βοηθούντος και του ποτού- να γουστάρησε τον συγκεκριμένο. Μπορεί μετά να ζητήσει και κάνα χαρτζηλίκι. (Στα φτωχά μέρη όλα μετράνε αλλιώς). Μπορεί να αποδειχτεί πόρνη μεταμφιεσμένη σε σοκολατιέρα (εξόριστη από τα κλασικά στέκια).

Ανθρώπινες σχέσεις. Όλα είναι πιθανά εξίσου.

Κοινοί συντελεστές: Η ανία, η μοναξιά, η φτώχεια, οι ανάγκες (για ποτό η/και ουσίες, σεξ) από τη μια και η ανία, η μοναξιά, οι ανάγκες (για σεξ, ποτό η/και ουσίες) από την άλλη.

-Να καθίσουμε εδώ. Ωραία είναι... Κι έχει και γκόμενες το μαγαζί.
-Μπα! Σοκολατιέρες είναι. Θα στα πιούνε και θα φύγουνε και θα μείνεις με τη ψωλή στο χέρι.
-Ας είναι. Πιο πολύ μου λείπει η γυναίκα παρά το μουνί... και που ξέρεις…
-Είσαι άξιος της μοίρας σου. Άμα βαρεθείς, ξέρεις που θα ΄μαι…
-Στη λάσπη, πού αλλού…
-Εγώ θα γαμήσω απόψε! Εσύ βάστα της το χεράκι.

Σλανγκασίστ, συνδρομή, παρακίνηση:

Ιησούς (Jesus)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

πολυδοντιά (η)

Στα Χιώτικα σημαίνει την (αναλογικά) μεγάλη παρουσία ατόμων με συνέπεια την μεγαλύτερη ή/και ταχύτερη κατανάλωση τροφίμων.

Η ετυμολογία προφανής.

- Καλά, ψουνίζεις ξυλάγγουρα; Τι εγίναν(ε) τα δικά σου; Οι ποντικοί στα φάανε;
- Ήπεσε πολυδοντιά. Ήρτενε η κόρη με το γαμπρο και τα εγγόνια...
- Καλως τα δέχτηκες κι έ (μ)πειράζει...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Βαπόρι, ή παπόρι < ιταλ, vapore (ατμός και ατμόπλοιο) είναι το ατμόπλοιο, γενικά το μηχανοκίνητο πλοίο, (όχι το ιστιοφόρο που είναι καράβι).

Αλουές (άγνωστου -για μένα- ετύμου . Εικασία: αγγλ. alley = δρομίσκος) ο διάδρομος του πλοίου μέσα στο κομοδέσιο αλλά και στα ξύλινα ο περιφερειακός του καταστρώματος.

Λαγουμάνος παραφθαρμένος τύπος του λαβομάνο (ιταλ. lavamano < lavare - πλένω + mano - χέρι )= νιπτήρας.

Κουραδόρος (Tween deck) ή Υπόφραγμα (από το corridor = διάδρομος;;) Είναι ένα «ενδιάμεσο κατάστρωμα» το οποίο μπορεί να είναι μόνιμο (ακίνητο) ή μετακινούμενο, σε κάποια συγκεκριμένη όμως θέση. Κουραδόροι υπάρχουν μέσα στα αμπάρια αρκετών φορτηγών πλοίων και είναι ένα δεύτερο (ενδιάμεσο) κατάστρωμα κάτω από το «κύριο» κατάστρωμα, χωρίζοντας έτσι το αμπάρι σε χωριστά τμήματα, κατά ύψος. Ο χώρος κάτω από το υπόφραγμα λέγεται κατάμπαρο (Lower Hold) και ο χώρος πάνω από το υπόφραγμα λέγεται απλά κουραδόρος (Tween deck). Είδος κουραδόρου βλέπομε στο γκαράζ των επιβατηγών όπου μια ράμπα κατεβαίνει για να φορτώσει ΙΧ αυτοκίνητα στον «πάνω όροφο».

λεζάντα εικόνας

Κουβούσι είναι το πλαίσιο γύρω από το άνοιγμα του αμπαριού, το οποίο είναι υπερυψωμένο για την αποφυγή εισροής υδάτων.

Όκια (άγνωστου -για μένα- ετύμου) είναι οι τρύπες στην δεξιά & αριστερή μάσκα της πλώρης, απ' όπου περνάνε οι καδένες από τις άγκυρες, επίσης όκια βρίσκονται και σε άλλα σημεία του πλοίου απ' όπου περνάνε οι κάβοι.

-Τονε βλέπεις το χοντρό με το μουσάκι; Είναι ένας κουραδόρος περιωπής…

- Κουραδόρος;; Άσχετε! Άναυτε!

- Μα τι είπα πάλι και φωνάζεις;

Ο θερμαστής - 1934

Στίχοι - Μουσική: Γιώργος Μπάτης

Μηχανικός στη μηχανή / και ναύτης στο τιμόνι / κι ο θερμαστής στο στόκολο / μ’ έξι φωτιές μαλώνει.

Αγάντα θερμαστάκι μου, / και ρίχνε τις φτυαριές σου / μέσα στο καζανάκι σου / να φτιάξουν οι φωτιές σου.

Να προσθέσω μια στροφή που έβαζαν ανάμεσα στην δεύτερη και την τρίτη και δεν υπάρχει στην ηχογράφηση.

Τι να σου κάνω πρώτε μου / δεν είναι από τα μένα / που 'ναι τα κάρβουνα ψιλά / τα τούμπα βουλωμένα.

Κάργα ρασκέτα, ωχ, και λοστό / το Μπέι να περάσω / και μες του Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν’ αράξω.

Μα η φωτιά είναι φωτιά, / μα η φωτιά είναι λαύρα / κι η θάλασσα μου τα 'κανε / τα σωθικά μου μαύρα.

Ο Θερμαστής ανήκει στο κατώτερο ‘’πλήρωμα μηχανής’’ του πλοίου. Είναι ο επιφορτισμένος με το άναμμα του ατμολέβητα και τη παρακολούθησή του. Γενικά με τον αυτό όρο φέρονται και οι επιφορτισμένοι αντίστοιχα σε εργοστασιακούς χώρους, σιδηροδρόμους (παλαιότερα) κ.α.

Στόκολο (στα αγγλικά stokehold, ή fire-room, ή boiler-room) Λεβητοστάσιο πλοίου, είναι το ιδιαίτερο διαμέρισμα του πλοίου (τώρα τμήμα του μηχανοστάσιου) μέσα στο οποίο εγκαθίσταται ο ατμολέβητας με τα αναγκαία για τη λειτουργία του μηχανήματα και συσκευές. Στα πλοία με κινητήρες εξωτερικής καύσης (κάρβουνο), στόκολο είναι το διαμέρισμα του πλοίου με τα καζάνια και τους φούρνους.

Οι φωτιές είναι έξη, όσα και τα καζάνια των ατμόπλοιων. (κι όχι «με τσι φωτιές»)

Τα ψιλά κάρβουνα έπαιρναν αμέσως αλλά έβγαζαν κάπνα και σκόνη (άκαφτος άνθρακας και ιπτάμενες τέφρες) που έφραζαν τα τούμπα και δεν είχαν διάρκεια.

Τούμπο (το) (αγγλ. Tube) είναι ο σωλήνας μεταφοράς (αερίων, υγρών, τροφίμων κλπ).

Ρασκέτα, λοστός και φτυάρι είναι εργαλεία των θερμαστών.

Ρασκέτα (ισπαν. rasqueta, ιταλ raschietto= ξέστρο, εργαλείο ξυσίματος raschiettare = αποξέω) είναι η ξύστρα σαν τσουγκράνα που οι θερμαστές έξυναν και καθάριζαν τις σκάρες που τροφοδοτούσαν με κάρβουνο τα καζάνια στα ατμοκίνητα πλοία.

Το Μπέι - ο Μπέης (αγγ. bay = κόλπος) είναι ο Βισκαϊκός Κόλπος (bay of Biscay), που ορίζεται δυτικά από τον Ατλαντικό Ωκεανό, νότια από Πορτογαλία και Ισπανία και ανατολικά και βόρεια από τη Γαλλία. Βγαίνοντας από τη Μεσόγειο από το Γιβραλτάρ και κατευθυνόμενος προς το Κάρντιφ της Ουαλλίας, περνάει το Βισκαϊκό Κόλπο (δεξιά του) ο οποίος έχει συχνά τρικυμία (από την πάντα) και χρειάζεται οι μηχανές να είναι στο φουλ.

Το ατμόπλοιο "Ιωνία" με το οποίο ταξίδευε ο Νίκος Καββαδίας στις αρχές της δεκαετίας του '50.

Πατά ένα φτέρνισμα-έκρηξη και ξεκολλά μια χλέπα πάνω στο χέρι του να κρέμεται πράσινη, πηχτή και απειλητική. Κι ενώ όλοι αποστρέφονταν με αηδία, αυτος με δακρυσμένη ικανοποίηση: « Εξεφράξανε τα τούμπα ». Φαντάσου να μην προλάβαινε να βάλει και το χέρι του…

Φιλική συμμετοχή Donmhtsos

Δεν συμμετέχει ο Γιώργος Νταλάρας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το λήμμα είναι κυρίως τεχνικό κι άμα σ' τα πρήζει, προσπέρνα το.

Μπίγα (από το ιταλικό –λένε βενετσιάνικο- biga=γερανός, φορτωτήρας)

Α. Είδος φορτωτήρα (κυρίως των πλοίων) Β. γερανοφόρο όχημα (συνήθως πλωτό)

Α. Οι μπίγες (αγγλ, derricks)των βαποριών.

λεζάντα εικόνας

Υπάρχει ένα τμήμα κινητό (ο κορμός ή μπίγα ή μπούμαderrick post) {1} που στη βάση του είναι συνδεμένο έτσι ώστε να μπορεί να κινείται και πάνω-κάτω και δεξιά-αριστερά. Στην κορυφή του έχει μάπες για να στερεώνονται τα διάφορα εξαρτήματα. Εκεί στην κορυφή είναι συνδεμένο και ένα γερό συρματόσχοινο (ο ορθωτήρας ή ποδάρι της μπίγαςtopping lift) {2} που την συνδέει με το κατάρτι και επιτρέπει την κίνηση πάνω-κάτω για να δώσουμε στη μπούμα την επιθυμητή κλίση. Από την κορυφή ακόμα περνά μέσα από μια τροχαλία ένα άλλο συρματόσκοινο με γάντζο για τα φορτία (επάρτης ή ρόναρηςrunner) {4}. Η άλλη άκρη του ρόναρη ακολουθεί τη μπούμα και τελικά συνδέεται με βίντζι. Τέλος από την κορυφή και δεξια- αριστερά υπάρχουν συρματόσκοινα (ολκοί, γκάηδεςguys) {3} για να στρίψουν τη μπίγα δεξιά-αριστερά.

λεπτομερής και αγγλόφωνη

Στα κατάρτια των πλοίων μπορεί να υπάρχουν μία, δύο ή και τέσσερις μπίγες και το ανάλογο δάσος από συρματόσκοινα τα οποία όταν το πλοίο ταξιδεύει είναι βγαλμένα και τυλιγμένα σε ειδική αποθήκη και τοποθετούνται κατά τον κατάπλου για να χρησιμοποιηθεί η μπίγα (αρμάτωμα – ξαρμάτωμα).

λεζάντα εικόνας

άμα λέμε δάσος

Μπίγες υπάρχουν και στη στεριά φορητές και πάγιες.

λεζάντα εικόνας

Η φόρτωση-εκφόρτωση με μπίγες είναι αργή (με σταθερό το ποδάρι, σήκωσε-σταμάτα, στρίψε βιράροντας τον ένα γκάη και μαϊνάροντας τον άλλο- σταμάτα, κατέβασε) ακόμα και με δύο μπίγες μαζί (η μια σταθερή πάνω από το αμπάρι κι άλλη να κάνει το στρίψιμο) κι έτσι αντικαταστάθηκαν από κρένια (cranes γερανούς) πού μπορούν να σηκώνουν, να στρίβουν, να ανεβοκατεβάζουν τη μπούμα από το χειριστήριο και από γερανογέφυρες.

κρένια με χούφτες για χύμα φορτία (σιτηρά,ορυκτά κ.ά.)

Β. Οι μπίγες – βυθοκόροι (dredges) των λιμανιών

μπίγα --ξεσκατίζει-- εκβαθύνει το λιμάνι της Χίου

-Πότε θα νετάρει η μπίγα. Όλο το λιμάνι μυρίζει σκατίλα... -Έλα, αηδίες! Αφού και τα σκατά μας ειναι μυροβόλα.

Φιλική συμμετοχή Donmhtsos.

Δεν συμμετέχει ο Γιώργος Νταλάρας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

βατσιμάνης / ντεϊμάνης / ντοκουμάνης / ταλλυμάνης / μπόμαν

Πέντε βαπορίσιες λέξεις με κοινή την αγγλική καταγωγή και το β΄συνθ. -man που εξελληνίστηκε σε -μάνης (εκτός από τον μπόμαν)

Βατσιμάνης (από το αγγλ. watchman) είναι ο ναυτικός που παραμένει φύλακας σ' ένα πλοίο (στο λιμάνι, δεμένο ή παροπλισμένο). Στο πλοίο που είναι στο λιμάνι είναι ναύτης που κάνει νυχτερινή βάρδια, ελέγχει τους κάβους, τη σκάλα (τον γκάγκουε = gangway), την φορτοεκφόρτωση σαν βοηθός του ανθυποπλοίαρχου, ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Η βάρδια του συνήθως είναι εβδομαδιαία εκτός αν το πλοίο δεν πιάνει συχνά λιμάνι οπότε μπορεί να αλλάζει κάθε μέρα, κάθε δύο μέρες (για να γράψουν όλοι υπερωρίες). Στα παροπλισμένα είναι γενικά φύλακας - security.

Ντεϊμάνης (από το αγγλ. day-man) είναι φύλακας με καθήκοντα όπως του βατσιμάνη αλλά η βάρδια του είναι ημερήσια.

Στην Αμβέρσα που φορτώναμε, το βατσιμανιλίκι ήτανε παράδεισος. Κλειστά τ΄αμπάρια τη νύχτα, μαρέα(1) δεν είχε, δημόσιος υπάλληλος. Μιά ματιά στο γκάγκουε κι έγραφες ώρες. Τις υπόλοιπες μέρες τις έκανα στην ξεφόρτωση, στο Κενάι στην Αλάσκα. Με 28 ποδ(άρ)ια μαρέα μέχρι ντεϊμάνηδες βάλαμε να γρασάρουν τους κάβους.

(1) μαρέα. Η άνοδος και η πτώση της στάθμης της θάλασσας σε 12ωρο κύκλο άμπωτης και πλημμυρίδας.

Ντοκουμάνης (από το αγγλ. Donkey man). Στα ατμόπλοια ήταν ο αρχιθερμαστής (από το steam donkey ή donkey engine πού ήταν το βίντζι με ατμό -με δική του ατμομηχανή ή όχι- το ιππάριο) και όταν ο ατμός απεβίωσε, ο λοστρόμος της μηχανής όπου χρειαζόταν και τέτοιος.

Ταλιμάνης και Ταλλυμάνης (από το αγγλ. tally man). Είναι ο καταμετρητής όταν το φορτίο δεν είναι χύμα αλλά σε τεμάχια (σακιά, κιβώτια). Μπορεί να είναι μέλος ή όχι του πληρώματος και μετρά πόσα κομμάτια μπήκαν ή βγήκαν ανά αμπάρι στη βάρδια του. Tally marks είναι οι χαρακιές, γραμμούλες, τετραγωνάκια κλπ που χρησιμοποιούνται στην καταμέτρηση.

Τέλος ο Μπόμαν (από το αγγλικό pump man που τη γλίτωσε και δεν έγινε -μάνης -αν και κάπου είδα το πομάνης) είναι ο αντλιωρός και τον βρίσκεις στα δεξαμενόπλοια όπου υπάρχει και αντλιοστάσιο (pump room) να ανοιγοκλείνει βάρδουλες.

Φιλική συμμετοχή Donmhtsos.

Δεν συμμετέχει ο Γιώργος Νταλάρας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Βιλάι και ιβιλάι (από το αγγλικό heaving line = σκοινί ανύψωσης) ελληνιστί ορμίδιο. (Συνεκδοχικά στο βαπόρι λένε έτσι και όλα τα λεπτά σκοινιά) Πρόκειται για ένα λεπτό σχοινί αρκετού μήκους (10 – 30μ ανάλογα) που στη μια άκρη του υπάρχει ένα βάρος για να το πετάνε μακριά και στην άλλη μπορεί να προσδεθεί κάτι που πρέπει να ρυμουλκηθεί, ανυψωθεί κλπ όπως (το συνηθέστερο) η θηλιά (γάσα) του κάβου, από ένα πλοίο στη στεριά, σ’ ένα άλλο πλοίο κ.ο.κ. (ΕΙΚ 1)

Το χαρακτηριστικό του είναι η μπαλίτσα από σχοινί (τώρα και έτοιμες από διάφορα υλικά) που φτιάχνεται με ένα ιδιαίτερο κόμπο (ΕΙΚ 2) και που μπορεί να είναι μόνο σκοινί ή να περιέχει ένα πυρήνα από κάτι βαρύ πχ ένα μεγάλο παξιμάδι για μεγαλύτερο βάρος.

Το σκοινί είναι τυλιγμένο σε ίσους κύκλους για να ξετυλίγεται μόνο του. Το διαιρούμε στα δύο με μερικές θηλιές στη μεριά του βαριδιού και τις υπόλοιπες στο άλλο χέρι (ΕΙΚ 3) ή κάτω με την ελεύθερη άκρη ήδη προσδεμένη στο αντικείμενο που θα ρυμουλκηθεί ή κάπου σταθερά ( ώστε αν αστοχήσουμε να μην καταλήξει όλο στη θάλασσα).

-Σκοινί σου γύρεψα ρε, να μποτσάρουμε τα ξύλα στο τρέιλερ, σκοινι κι εσύ μού 'φερες βιλάι;

-Μή φωναζεις καπταΚωσταντή, θα σου φέρω το πιό χοντρό (παναγκασμά σε κωλόγερε αμπως [=απο τοτε που] βγήκες στη σύνταξη όλα σου φταίνε)

Φιλική συμμετοχή Donmhtsos

Δεν συμμετέχει ο Γιώργος Νταλάρας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

κομοδέσιο ή και ακομοδέσιο (από το αγγλικό accommodation): κατά λέξη ενδιαίτημα.

Στα βαπορίσια: ο στεγασμένος χώρος, η υπερκατασκευή του πλοίου που προορίζεται για τη διαμονή πληρώματος και επιβατών, π.χ. καμπίνες, τραπεζαρίες κλπ., (που βρίσκονται πάνω από το κύριο κατάστρωμα). Στα επιβατηγά (ποστάλια) και τα κρουαζιερόπλοια είναι όλο το βαπόρι κομοδέσιο (και γκαράζ). Στα σημερινά φορτηγά και δεξαμενόπλοια είναι στο πίσω μέρος του πλοίου. (ΕΙΚ -1) Στα παλιότερα (και στα μεγάλα κοντεινεράδικα) είναι στη μέση για λιγότερους κλυδωνισμούς (μπότζι) αλλά και ευστάθεια γιατί συνήθως κάτω από το κομοδέσιο βρίσκεται το μηχανοστάσιο ( που είναι το βαρύτερο τμήμα του πλοίου). (ΕΙΚ-2,3)

Τα ακόμα παλιότερα είχαν δύο κομοδέσια, ένα στη μέση κι ένα πρυμνιό, που ξαναεμφανίζεται στις μέρες μας στα πολύ μεγάλα κοντεινεράδικα. (ΕΙΚ-4,5)

Παρακάτω ( http://captaindimitris.blogspot.gr/2007/03/22.html , http://captaindimitris.blogspot.gr/2007/03/23.html ) βρήκα ένα κείμενο από κάποιον γερο-καπετάνιο που πρωτομπάρκαρε σε ατμόπλοιο και είναι νταμάρι για ναυτική ορολογία. Τα τμήματα που παρατίθενται αφορούν κομοδέσια και το πλοίο που περιγράφει ήταν όπως το SS MERCHANT της φωτο (παρατήρησε την όρθια πλώρη τύπου αντιτορπιλικού) Εντονα γράμματα και παρενθέσεις δικές μου. Όπου χρειάζεται θα προστεθούν ορισμοί.

S(team)S(hip) MERCHANT

Η πρώτη γνωριμία έγινε στο κομοδέσιο της γέφυρας του πλοίου. Σε αυτό το κομοδέσιο έμεναν ο καπετάνιος, όπου υπήρχε το δωμάτιο του, το γραφείο του, το σαλόνι όπου δεχόταν τις αρχές και όσους είχαν σχέση με το οπερέσιον( λειτουργία) του πλοίου.

Όλα αυτά έβλεπαν προς την πλώρη του πλοίου και ήταν ακριβώς κάτω από την γέφυρα του πλοίου ένα πάτωμα. Στο ίδιο αυτό πάτωμα ήταν το δωμάτιο και το γραφείο του υποπλοιάρχου, στην δεξιά μεριά του κομοδεσίου. Στην αριστερή μεριά ήταν τα δωμάτια των ανθυποπλοιάρχων που έβλεπαν προς την πρύμη και στην πάντα του πλοίου.

Στο πρυμιό μέρος του κομοδεσίου ήταν ο ασύρματος και το δωμάτιο του ασυρματιστή που έβλεπαν στο Νο3 αμπάρι. Στο ακριβώς από κάτω πάτωμα ήταν η τραπεζαρία των αξιωματικών του πλοίου, με ένα μικρό σαλόνι και καπνιστήριο και ένα μικρό pantry, ρεσπέτζα την λέμε, που είχε ψυγείο, νεροχύτη, ντουλάπια, μάτι ηλεκτρικό για καφέ και ότι χρειαζόταν για να σερβίρουν το φαγητό ο καμαρότος και τα καμαροτάκια.

Στο ακριβώς από κάτω πάτωμα, στο κατάστρωμα, στο Deck, ήταν τα ψυγεία, οι αποθήκες τροφίμων, το πλυντήριο, το σιδερωτήριο και το δωμάτιο του καμαρότου.

Μπροστά από την γέφυρα του πλοίου, ήταν η πλώρη με τις άγκυρες, τους εργάτες των αγκυρών, τα βίτζια, (ή μπόμπες) που ανεβοκατέβαζαν τις άγκυρες και κάτω από το κατάστρωμα της πλώρης ήταν αποθήκες με όλα αυτά που χρειάζεται ένα πλοίο για όλο το Operation του, για όλη τη λειτουργία του. (πρόστεγο ή καμπούνι)

Στη συνέχεια προς τα πρύμα της πλώρης, ήταν το Νο1 και το Νο2 αμπάρι του φορτίου μέχρι τη γέφυρα του πλοίου, μπροστά από τον καθρέπτη της γέφυρας του πλοίου και τα βίτζια των αμπαριών για την φορτωεκφόρτωση.

Πρύμα από την γέφυρα ήταν το Νο3 αμπάρι φορτίου, μετά άρχιζε το κομοδέσιο της μέσης του πλοίου (μεσόστεγο), που έμεναν οι αξιωματικοί της μηχανής και οι υπαξιωματικοί του πλοίου.

Εκεί στη μέση ήταν και η μηχανή του πλοίου, η καρδιά του πλοίου παίρνοντας δύναμη από τον ατμό των καζανιών.

Η κίνηση του πλοίου γινόταν με ατμό.

Μπροστά από το κομοδέσιο της μέσης ήταν το μαγειρείο του πλοίου πρύμα από το Νο3 αμπάρι φορτίου, ανεξάρτητο, εκεί γινόταν το φαγητό, το ψωμί και ότι είχε σχέση με το φαγητό του πληρώματος.

Το φαγητό ήταν το ίδιο για όλους, απο Δευτέρα μέχρι Κυριακή, πρωινό, μεσημεριανό και δείπνο. Είχε μενού, κατ εξοχήν, με μικρές παραλλαγές, αλλά πάντα σύμφωνα με το εγκεκριμένο μενού του Υπουργείου.

Το πρωινό ήταν 7-8 το πρωί, μεσημεριανό 12-13, βραδινό 17-18. Αυτό είναι το ωράριο και σήμερα. Υπάρχει και διακοπή στην εργασία για καφέ, το Coffee Time, 10-10:20 και 15-15:20 Το τέλος των εργασιών της ημέρας είναι 5 η ώρα το απόγευμα μετά υπάρχουν μόνο οι βάρδιες, τόσο στο κατάστρωμα όσο και στη μηχανή.
[…] Στο κομοδέσιο της μέσης έμεναν όλοι οι αξιωματικοί της μηχανής, στο πλωριό μέρος ήταν το δωμάτιο και το γραφείο του Α' Μηχανικού, αριστερά και δεξιά του Β' Μηχανικού, πιο πίσω ήταν τα δωμάτια των Γ' Μηχανικών, τρεις ήταν, ένας για κάθε βάρδια.

Στο κομοδέσιο της μέσης έμεναν και οι υπαξιωματικοί Λοστρόμος, Μαραγκός, Μάγειρας και οι τρεις Λαδάδες, επίσης και τρεις δόκιμοι μηχανής. Πίσω από το κομοδέσιο της μέσης προς την πρύμη του πλοίου ήταν τα Νο4 και Νο5 αμπάρια του φορτίου με τις πόστες τους, τα βίτζια και τις μπίγες της φορτοεκφόρτωσης.

Κατάπρυμα υπήρχε μια υπερκατασκευή, το πούπι, (ή κάσαρο) έτσι το έλεγαν. Εκεί στο πάνω μέρος στο ύψος του καταστρώματος, ήταν η τραπεζαρία, το καθιστικό και το καπνιστήριο του πληρώματος, του κατώτερου πληρώματος, με τρία μεγάλα τραπέζια, ένα μικρό ψυγείο και μια λάντζα για το πλύσιμο των πιάτων και ένα μάτι για καφέ, όλα αυτά ήταν στον ίδιο χώρο όχι ξεχωριστά. Εκεί τρώγαμε και μέναμε τότε εμείς του κατώτερου πληρώματος. Τώρα που κοιμόμασταν, όταν μπήκα μέσα, κοίταζα για να δω τι είναι εδώ που μπήκαμε, ρώτησα και μου είπαν κάτω είναι τα δωμάτια για ύπνο. Κατέβαινες μια αρκετά φαρδιά σκάλα σιδερένια και δεξιά, αριστερά ήταν τα δωμάτια του πληρώματος.

Εγώ έμενα στο ίδιο δωμάτιο με άλλα τρία τζόβενα, ναυτόπαιδες, κοιμόμουν στο πάνω κρεβάτι, γιατί ήταν κουκέτες σιδερένιες. Το δωμάτιο είχε και τέσσερις ντουλάπες σιδερένιες για τα ρούχα μας, ήταν στην αριστερή μεριά της πρύμης του καραβιού και στη πάντα είχε δυο φινιστρίνια για να μπαίνει λίγο φως της ημέρας. Οι τουαλέτες ήταν κοινές για όλους και το μπάνιο. Εκεί πρίμα μέναμε εμείς οι τέσσερις, οκτώ ναύτες, τρεις θερμαστές και τρεις καθαριστές της μηχανής.

Διαφορές από τότε

Όλες οι καμπίνες είναι συγκεντρωμένες στο ένα (πια) κομοδέσιο, αλλά η διάταξη είναι η ίδια. Τώρα που δεν έχει πούπι, το κάσαρο είναι η αποθήκη κάτω από το κατάστρωμα της πρύμης. Οι καμπίνες του πληρώματος είναι μονές με τουαλέτα ή και μπάνιο αλλά υπάρχουν και με κοινόχρηστα (ανάλογα το μέγεθος του πλοίου και το φιλότιμο του εφοπλιστή και του ναυπηγού).

Τώρα και το πλήρωμα έχει καπνιστήριο και ρεσπέτζα.

Υπάρχει ένας, δύο ή σπάνια τρείς ανθυποπλοίαρχοι (ανάλογα το μέγεθος του πλοίου), όπως και δύο ή σπάνια τρείς Γ’ μηχανικοί.

Ο Θερμαστής πέθανε μαζί με το κάρβουνο.

Μαραγκός και ασυρματιστής δεν υπάρχουν πια.

Σε κάποια πλοία ούτε μάγειρας (Δουλεύει catering και μικροκύματα).

Σε άλλα υπάρχει ηλεκτρολόγος και εφαρμοστής (ηλ/συγκολλητής) για επισκευές κλπ εν πλω.

Στα γκαζάδικα υπάρχει αντλιωρός (μπόμαν).

Στη φωτό διακρίνονται στη βάση κάθε μπίγας οι πόστες ή must-house.

H ορολογία προέρχεται από τα ιστιοφόρα. Στα χρόνια εκείνα, οι ναύτες και ο λοστρόμος κοιμούνταν στο καμπούνι ή στο κάσαρο σε αιώρες.

Φιλική συμμετοχή Donmhtsos.

Δεν συμμετέχει ο Γιώργος Νταλάρας.

- Κομοδέσιο είναι τούτο για κοτέτσι; Δυό μπάνια για όλο το πλήρωμα... μόνο αποθηκάκια ξέρουν να βάζουνε. Το "+++++++" ήτανε βαπόρι! Με τα μπάνια του, την πισίνα του 3 τάγκια για γλυκό νερό... Τί να λέμε τώρα

- Μα τούτο (ενν. το βαπόρι) είναι δεύτερο χέρι απο Μαροκινούς. Το "+++++++" ήτανε Πουρνάρας**

**Pournaras & Hoffmann Inc. Naval Architects

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Με δονήσεις ξεκινά μια συλλογική-συνεργατική δουλεια με τον Donmhtsos πάνω στη ναυτική ορολογία βαπορίσια γλώσσα. Κι ο δρόμος είναι μακρύς...

" Άμα βραχεί ο κώλος σου με θάλασσα δε στεγνώνει ποτέ!" μου είπε ο γραμματικός (υποπλοίαρχος) την πρώτη μερα στο βαπόρι.

Λοιπόν!

Βαϊμπρέσιο (απο το αγγλικό vibration) κατά λέξη σημαίνει δόνηση, κραδασμός. Αναφέρεται στους κραδασμούς του πλοίου που προκαλούνται από την μηχανή του επειδή είναι παλινδρομική (δευτερευόντως κι από την προπέλα). Την αισθάνεσαι σαν ένα συνεχές τρέμουλο στις πατούσες κι ένα τρίξιμο στα χαλαρωμένα μέρη του πλοίου. Η ένταση (το πλάτος της ταλάντωσης) εξαρτάται από τη σχεδίαση, την ηλικία, τη συντήρηση τόσο της μηχανής (αν και έχουν αντικραδασμικούς μηχανισμούς τουλάχιστο τα νεώτερα) όσο και του σκάφους.

-Γιώργο, Γιώργο το τραπεζάκι τρίζει. Σεισμός!!

- Κοιμήσου μωρή! Το βαϊμπρέσιο του βαποριού είναι. (Κι έβλεπα όνειρο πως μπαρκάρησα για τη Λατίνα...)

Παλιότερα στις θαλαμηγούς έβαζαν ατμομηχανές που οδηγούσαν στρόβιλο και αργότερα στροβιλοκινητήρες (τουρμπίνες) επειδή ακριβώς δεν είχαν βαϊμπρέσιο που ενοχλούσε τους επιβαίνοντες. (Οι περιστροφικοί κινητήρες δεν έχουν κραδασμούς).

Στο φάσμα στροφών της κύριας μηχανής, ανάμεσα στο half ahead (πρόσω ημιταχώς) και το full ahead (πρόσω ολοταχώς) υπάρχει μια μικρή περιοχή στροφών (πχ από 62 ως 65 σ.α.λ.- οι αριθμοί τυχαίοι) το λεγόμενο critical point όπου το πλοίο συντονίζεται και τρέμει σύγκορμο και το οποίο οι πρώτοι (μηχανικοί) φροντίζουν να το προσπερνούν το συντομότερο γιατί το πλοίο υφίσταται επικίνδυνη καταπόνηση αν παραμείνουν οι στροφές στην περιοχή αυτή. Στα επιβατηγά το πέρασμα από το critical point το αισθάνεσαι λίγο μετά τον απόπλου όπου για πολύ λίγο το πλοίο τρέμει όλο μαζί να σπάσει και μετά ησυχάζει (δηλαδή το βαϊμπρέσιο επανέρχεται στο φυσιολογικό ).

Φιλική συμμετοχή Donmhtsos.

Δεν συμμετέχει οΓιώργος Νταλάρας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

νταγιάκι, νταγιάκα

Ξύλο, όχι το υλικό, ξυλοδαρμός. Λέξη σε αχρηστία πια αφου οι πρώτες γενιές των προσφύγων και όσοι άλλοι χρησιμοποιούσαν τούρκικες λέξεις, εξέλιπαν.

Εκ του τουρκ. dayak = χτύπημα, ξυλοδαρμός που πήρε ελληνική κατάληξη κι έγινε νταγιάκι (το) και για επίταση νταγιάκα(η).

Μαζευτήκανε στην πλατεία και φωνάζανε κι ύστερα ήρθανε οι χωροφύλακες κι έπεσε νταγιάκι άγριο.

Κάτσε ήσυχα γιατι θα δουλέψει νταγιάκα.

Ενίοτε χρησιμοποιείται και σαν συνώνυμο του δεκανικιού ίσως επειδή τα πρώτα τέτοια ήταν ιδιοκατασκευές (όπως η μαγκούρα συνώνυμη του ξυλοκοπήμστος).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κατά τον πρώτο ορισμό (τον Αγρινιώτικο) σημαίνει κάνω μια δουλειά ταχύτερα, βιάζομαι. Ειδικότερα, στη Χίο, σημαίνει την πίεση που εξασκούμε στο έντερο κατά το χέσιμο για να βγει η πεισματωμένη κουράδα (επιτέλους), το σφίξιμο, το ζόρι(σμα).

Παράγωγο ουσιαστικό (και ευρύτερα χρησιμοποιούμενο), η ανέγκαση, που περιγράφει την εν γένει διαδικασία όπως και την κατάσταση του ανεγκάσματος.

  1. Μετά την εγχείρηση του χορήγησαν ένα ελαφρύ καθαρτικό για να μήν ανεγκάσει και σπάσουν τα ράμματα.

  2. Μπήκε σαν σίφουνας στις τουαλέτες κι άρχισε να βροντάει τις πόρτες, αλλά ο Μήτσος ήταν πάνω στην ανέγκαση και δεν μπορούσε να αντιδράσει...

  3. «Η παντρειά και το τσουκάλι θεν ανέγκαση μεγάλη» Χιακή παροιμία

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία