Εγωίστρια.
Είναι μεγάλη ψωρομύτα, γι' αυτήν οι άλλοι δεν αξίζουν τίποτα.
Εγωίστρια.
Είναι μεγάλη ψωρομύτα, γι' αυτήν οι άλλοι δεν αξίζουν τίποτα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Η πολύ μεγάλη πείνα.
Έχει πέσει μεγάλη ψωμολύσσα, δεν υπάρχει ούτε ψωμί να φάμε.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Η γυναίκα που είναι εύκολη και γυρνάει με πολλούς άντρες.
Ναι τη ξέρω, δεν κάνει για γάμο, είναι χωραφιάρα.
Την είδα προχθές με τον νίκο και εχθές με τον παναγιώτη. Ε, μη δίνεις σημασία είναι χωραφιάρα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Χουγιάζω σημαίνει ότι αποδοκιμάζω κάποιον για κάτι που κάνει, φωνάζω σε κάποιον για κάτι που έκανε.
- Πού είσαι ρε θεία, σε περιμένουμε τόση ώρα. Μη με χουγιάζουτε ρε παιδιά, κάτι μου έτυχε και άργησα.
- Όλο με χουγιάζουν εκείνα τα παιδιά. - Μην τη χουγιάζουτε γιατί άμα τη χάσετε τότε θα καταλάβετε πόσο σας λείπει.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ελαφρά ζαλάδα, αίσθηση αδυναμίας.
χαημάρα < χαημός < χαμός (χάνομαι)
- Αισθάνομαι μια χαημάρα σήμερα, δεν ξέρω τι φταίει. - Κάτσε στη καρέκλα λίγο να μη πέσεις.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Σανίδες η μια καρφωμένη δίπλα στην άλλη, ώστε να φτιάχνουν ξύλινο πλαίσιο, πάνω σε δέντρο, μουριά συνήθως, όπου κοιμούνταν τα καλοκαίρια οι αγρότες για να φυλάνε τη σταφίδα ή τις καλλιέργειές τους από κλέφτες.
Μεταφορικά, το κεφάλι που είναι πλακέ πίσω.
Οι δικοί μου κοιμόνταν στη φρουτζάτα πάνω στη μουριά.
Αυτός έχει ένα κεφάλι φρουτζάτα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ψηλός, αργός και άγαρμπος.
Αυτός είναι σκέτος φασιακούτας, δε μπορεί να κάνει μια δουλειά σωστά.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Φαγανιάρης είναι αυτός που τρώει πολύ.
Μερικές φορές και ο λαίμαργος.
Τι φαγανιάρης είναι αυτός, έφαγε 2 πιάτα μακαρόνια σερί!
Πωπω τι φαγανιάρης, πάρε και καμιά ανάσα!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Τσίφτης στα αρβανίτικα, σημαίνει το γεράκι στα ελληνικά.
Μεταφορικά, ο πανέξυπνος άνθρωπος, τα πιάνει όλα αμέσως.
Είσαι τσίφτης, αητός, τόπιασες με τη πρώτη.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Η ψιψίνα, χαϊδευτικό για γυναίκα ναζιάρα-αγαπησιάρα, συχνά για το αίσθημα.
Τι κάνεις τσιτσίνα μου, πώς τα πέρασες σήμερα;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!