Σημαίνει ότι όλα τα πράγματα για κάποιον κυλάνε ομαλά, χωρίς ιδιαίτερης σημασίας γεγονότα στο πρόσφατο παρελθόν, συνήθως χρησιμοποιείται ως απάντηση όταν χαιρετάμε κάποιον και τον ρωτάμε πως τα περνάει.

- Τι κάνεις, πώς τα περνάς; - Εδώ, όπως τα ήξερες, ησυχία, τάξη και ασφάλεια.

(από Khan, 30/12/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σημαίνει ότι σε τυχόν αψιμαχία - αναμέτρηση η νίκη για τον έναν θα είναι πολύ ευκολη, και ντροπιαστική η ήττα για τον άλλο.

Άμα σε πιάσω θα σε πνίξω σαν γατί!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η γυναίκα που έχει βυζί μακρύ-λεπτό και μυτερό. Ο όρος προέρχεται από σχετικό χαρακτηριστικό από τις γίδες.

Εντάξει, από κορμί δε λέει και πολλά, άσε που είναι και καλαμοβύζα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κάλι είναι το άλογο στα αρβανίτικα. Καλικότσια: όταν πας καβάλα στην πλάτη του ζώου (άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι), στη Μεσσηνία. Μεταφορικά λέγεται και όταν ανεβαίνει παιδάκι στην πλάτη του πατέρα του.

  1. Πήγα μια ώρα δρόμο καλικότσια.

  2. Τον πήρε ο πατέρας του καλικότσια.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Καλντάω - καλντίζω = κουράζομαι

Μεταφορικά: παραιτούμαι από κάτι, ψόφιος στην κούραση.

Αόριστος: εκάλντησα.

  1. Ρε τι δουλειά πάτησα, στο τέλος όμως εκάλντησα.

  2. Μη καλντίζουτε ρεεεε, δε μας πήρε η νύχτα ακόμα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σημαίνει δυναμώνω.

Ίσως προέρχεται από το φυτό κάρδαμο, πλούσιο σε βιταμίνη C.

  1. Φάτε να καρδαμώσουτε.

  2. Εντάξει, καρδαμώσαμε, πάμε να συνεχίσουμε τη δουλειά.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αυτός που φοβάται πολύ. Στον πληθυντικό κιοτήδες, στον αόριστο κιότεψα.

  1. Μόλις είδαν τους τούρκους κιότεψαν.

  2. Γυρίστε πίσω ρε κιοτήδες.

  3. Είσαι μεγάλος κιοτής, τράβα μπροστά ρε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο κλαψιάρης, αυτός που κλαίγεται συνέχεια.

Άσε μας μωρέ, αυτός είναι μεγάλος κλαούνας, δε τον αντέχουμε πια.

Στο 0΄35 λέγεται. (από Khan, 26/11/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σημαίνει ότι κάποιος δεν έχει όρεξη να φάει ή δε μπορεί να φάει.

- Φάε κάτι επιτέλους! - Δε μπορώ, κλειδοστόμιασα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όταν κάποιος έχει αγριέψει πολύ λέμε «αυτός έχει κόψει καπίστρι».

Καπίστρια είναι τα λουριά που κρατούν το σαμάρι στο σώμα του γαϊδάρου.

-

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία