προγκάω = διώχνω, ξαφνιάζω, φοβίζω, τρομάζω.

πρόγκα = κάτι που σε φοβίζει.

  1. Το γαϊδούρι πρόγκηξε από το δυνατό θόρυβο = το γαϊδούρι τρόμαξε από το δυνατό θόρυβο.

  2. Η μύτη της μας πρόγκηξε = η μύτη της μας φόβισε.

  3. Έχει μια μύτη πρόγκα = έχει μια μύτη άσχημη που σε φοβίζει.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πολύ ξερό, που δε τρώγεται, κυρίως για ψωμί.

Αυτό το ψωμί είναι πρέσβελο, το έχουν ψήσει πριν από 2 εβδομάδες, δε τρώγεται λέμε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα παραχαϊδέματα και η υπέρμετρη φροντίδα σε κάποιον.

Εεεεεε, το παράκανες, τον μικρό τον έχεις όλο πούτσα μου κανάτα μου, του κάνεις όλες τις χάρες...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σημαίνει ότι α) κάτι χάλασε, συνήθως για το κρασί
β) έπρεπε να κάνεις κάτι στην ώρα του και πέρασε η ώρα.

  1. Τι έγινε, πώς βγήκε το κρασί;
    - Άστο, πήρε βάγια...

  2. - Πήγες στο ραντεβού;
    - Όχι δε πρόλαβα, άστο πήρε βάγια τώρα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έκφραση, σημαίνει «ο ένας και ο άλλος», όταν δεν θέλουμε να αναφερθούμε σε συγκεκριμένα ονόματα. Κυρίως το χρησιμοποιεί κάποιος θυμωμένος που απειλεί κάποιον άλλον.

  1. Δε θα μου πει εμένα ο δείξιος και ο πείξιος τι να κάνω.

  2. Έλα δω, θα σου δείξω εγώ ποιος είναι ο δείξιος και ο πείξιος.

βλ. και ο πάσα ένας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τρέξιμο. Πηλαλάω το ρήμα.

  1. - Τους είδε κανείς;
    - Όχι, κάτι παιδιά ήταν που πηλαλάγανε στο δρόμο.

  2. Πηλάλα γρήγορα να τους προλάβεις.

  3. Πηλάλησα για να τον πιάσω αλλά μου γλίστρησε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συμβουλή.

  1. Τον ορμήνεψα να πάει να μάθει μια τέχνη, αλλά αυτός αλλού είχε το μυαλό του.

  2. Τι ορμήνεια να του δώσω, που δεν έχει μυαλό μες το κεφάλι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σημαίνει χαλαρώνω το σφίξιμο όταν κρατάω σχοινί, όταν δένω δέμα ή σακκί με σχοινί. Ενίοτε σημαίνει αφήνω εντελώς κάτι από τα χέρια.

  1. Ντώσ' το ρε. (σημαίνει, άστο η χαλάρωσε το κράτημα)

  2. Μη το ντώνεις πολύ γιατί θα σου φύγει το σκοινί από τα χέρια.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κάνω ντρίτσα - κάτσα = δεν ακολουθώ τις οδηγίες, δεν κάθομαι ήσυχα, δεν συμφωνώ ή δεν έχω τη διάθεση να συμφωνήσω σε κάτι.

  1. Αυτός μου κάνει ντρίτσα-κάτσα, πού θα μου πάει, θα τον καταφέρω να συμφωνήσει.

  2. Αυτός δεν κάθεται στα αυγά του, μου κάνει ντριτσα-κάτσα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σημαίνει ο άνθρωπος που δε μπορεί να πετύχει κανένα στόχο (μεταφορικά και κυριολεκτικά), δεν ασχολείται με τίποτα, δε προσπαθεί να βρει δουλειά, του αναθέτεις να κάνει κάτι και τα κάνει μαντάρα.

Τι να τον κανεις, είναι ντουφεκαλεύρης, όλη τη μέρα γυρνάει δώθε-κείθε.

Βλ. και τουφεκαλεύρης.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία