Μούρλια, τρέλα.
Η ζούρλια δε πάει στα βουνά.
Η ζούρλια η μούρλια και το κακό συναπάντημα.
Η ζούρλια πάει σύννεφο.
Μούρλια, τρέλα.
Η ζούρλια δε πάει στα βουνά.
Η ζούρλια η μούρλια και το κακό συναπάντημα.
Η ζούρλια πάει σύννεφο.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Κάνω κάτι κομμάτια.
Σιγά ρε, από το πολύ πλύσιμο έκανες το παντελόνι κοκλίβα!
Μην τρέχετε πάνω στα λιόπανα, θα τα κάνετε κοκλίβα!
Μας φάγανε τα ποντίκια τα σακκιά και τα κάνανε κοκλίβα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Αυτός που έχει λούβα (λέπρα).
Μεταφορικά ο άρρωστος, αυτός που αρρωσταίνει εύκολα. Επίσης για τα ζώα.
Προσέχτε, μη τον φιλάτε γιατί είναι λουβιάρης.
Πάλι άρρωστος είσαι ρε λουβιάρη;
Αυτή η γίδα είναι λουβιάρα, θα την πουλήσω να ησυχάσω.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Κάνω ντρίτσα - κάτσα = δεν ακολουθώ τις οδηγίες, δεν κάθομαι ήσυχα, δεν συμφωνώ ή δεν έχω τη διάθεση να συμφωνήσω σε κάτι.
Αυτός μου κάνει ντρίτσα-κάτσα, πού θα μου πάει, θα τον καταφέρω να συμφωνήσει.
Αυτός δεν κάθεται στα αυγά του, μου κάνει ντριτσα-κάτσα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο λεβέντης στα αρβανίτικα.
Ενίοτε ως παρατσούκλι, συνθετικό σε μικρό όνομα, πχ. ο Κωτσιονταής.
Για κοίτα ενα νταή.
Μη περνιέσαι για νταής γιατί θα φας της χρονιάς σου.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Τρέξιμο. Πηλαλάω το ρήμα.
- Τους είδε κανείς;
- Όχι, κάτι παιδιά ήταν που πηλαλάγανε στο δρόμο.
Πηλάλα γρήγορα να τους προλάβεις.
Πηλάλησα για να τον πιάσω αλλά μου γλίστρησε.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Όσοι με βλέπουν νιώθουν φρίκη και αποτροπιασμό.
Από ρήμα φρίττω.
Μεταφορικά, ντροπιάζομαι μπροστά σε όσους είναι παρόντες.
Εχθές μαλώσαμε στον δρόμο και γίναμε έφριγο στο κόσμο.
Άμα δε σταματήσεις να φωνάζεις θα γίνουμε έφριγο στο χωριό.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Η γουρούνα στα αρβανίτικα.
Μεταφορικά, η χοντρή γυναίκα.
Κοίτα τη γριά ντόσα, δε μπορεί να κουνηθεί από το βάρος.
Φάγαμε ψητή γουρνοπούλα, μια ντόσα 300 κιλά.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Καλντάω - καλντίζω = κουράζομαι
Μεταφορικά: παραιτούμαι από κάτι, ψόφιος στην κούραση.
Αόριστος: εκάλντησα.
Ρε τι δουλειά πάτησα, στο τέλος όμως εκάλντησα.
Μη καλντίζουτε ρεεεε, δε μας πήρε η νύχτα ακόμα!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Μούρτσα = νωρίς το πρωί.
Σηκωθήκαμε μούρτσα - μούρτσα για να πάμε στη δουλειά.
Μη με ξυπνάς μούρτσα γιατί δεν έχω κοιμηθεί καλά.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!