Κουκουμπρέλα σημαίνει κάτι που κατασκευάστηκε λάθος, κάτι ασήμαντο, κάτι που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε χρησιμεύει σε κάτι.
Σημαίνει ο άνθρωπος που δεν μπορεί να κάνει κάτι σωστό.
Τι είναι αυτός ρε, μεγάλος κουκουμπρέλας...
Τι έφτιαξε πάλι; χαχα έφτιαξε μία κουκουμπρέλα!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Τα παραχαϊδέματα και η υπέρμετρη φροντίδα σε κάποιον.
Εεεεεε, το παράκανες, τον μικρό τον έχεις όλο πούτσα μου κανάτα μου, του κάνεις όλες τις χάρες...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Σημαίνει ανάποδα, αναποδιές.
Από τότε που χώρισα έχω τρομερή γκίνια, μου έρχονται όλα ζερβοδίμιτα.
Εκεί που πάω να ορθοποδήσω λίγο, όλο κάτι γίνεται και μου έρχονται τα πράγματα ζερβοδίμιτα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Ο λαγός στα αρβανίτικα.
Μεταφορικά αυτός που γίνεται λαγός όταν συμβαίνει κάτι.
Πού είσαι ρε λέπουρα; Μόλις άρχισε η φασαρία έγινες καπινός!
Αυτός από το φόβο του έτρεξε μακρυά σαν τον λέπουρα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Χαϊδευτικό ή παρατσκούκλι του Κώστα στα αρβανίτικα.
Πού είσαι ρε κόκο, που χάθηκες;
Έλα ρε κόκο και σε περιμένουμε ώρα...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Η κουκουβάγια στα αρβανίτικα.
- Τι κάνει έτσι;
- Α τίποτα, μια κουκουμάτσα είναι.
Μη βγαίνεις έξω αργά το βράδυ, θα σε φάει η κουκουμάτσα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Το φορτίο που φορτώνεται άνθρωπος συνήθως.
Εζαλώθηκα τα ξύλα στη πλάτη και πήρα το δρόμο για το σπίτι.
- Πόσες ζαλιές έχεις φέρει μέχρι τώρα;
- Έφερα 3 ζαλιές ξύλα.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Κάνω βόλτες.
Πού γκεζέραγες ρε και δεν ήρθες στο σπίτι για φαΐ;
Έχεις πυρετό; Ποιος ξέρει που γκεζέραγες και κρύωσες!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
H βουή είναι το βουητό σε γένος θηλυκό.
Μεταφορικά, είναι κάποιο άσχημο νέο.
Άμα δεν κάνεις ό,τι σου λέω, θα σου έρθει η βουή (= θα φας ξύλο)
- Τα έμαθες τα νέα;
- Τα έμαθα, μου ήρθε η βουή (ήρθαν άσχημα νέα).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία
Χουγιάζω σημαίνει ότι αποδοκιμάζω κάποιον για κάτι που κάνει, φωνάζω σε κάποιον για κάτι που έκανε.
- Πού είσαι ρε θεία, σε περιμένουμε τόση ώρα.
Μη με χουγιάζουτε ρε παιδιά, κάτι μου έτυχε και άργησα.
- Όλο με χουγιάζουν εκείνα τα παιδιά.
- Μην τη χουγιάζουτε γιατί άμα τη χάσετε τότε θα καταλάβετε πόσο σας λείπει.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία