Η πολύ κλειστή και συνεκτική παρέα ατόμων, της οποίας δεν μπορείς να γίνεις με τίποτα μέλος ή να την προσεγγίσεις. Ο όρος προέρχεται από την πολιτική επιστήμη, όπου δηλώνει την μικρή και κλειστή πολιτική ομάδα χωρίς στόχο να προσελκύσει νέα μέλη. Ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό ρήμα seco (παθητική μετοχή παρακειμένου > sectus) που σημαίνει κόβω/διαιρώ. Σέχτες συναντώνται συνήθως σε παρέες γυναικών, συχνή είναι ωστόσο και η εμφάνισή τους σε μικτές παρέες.

1) - Πέτυχα στο δρόμο τη Μαρία και τη Γεωργία και είπαμε να κανονίσουμε να βρεθούμε.
- Αποκλείεται να σε πάρουν ρε! Αφού αυτές είναι σέχτα!
2) Στο νησί γνωρίσαμε μία παρέα πολύ γαμάτη. Στην Αθήνα όμως κατάλαβα ότι είναι σέχτα γιατί δεν ξαναμίλησαν σε κανένα μας.
3) - Θα φέρεις κόσμο στο πάρτι;
- Δύσκολο ρε συ! Η παρέα μου είναι λίγο σέχτα και δεν έχει πολλά πάρε δώσε με άλλο κόσμο...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Λέξη από τη γυμναστηριοσλάνγκ. Ορίζει τον γυμναστηριάκια σφίχτερμαν που έγινε τίγκας, όχι τόσο χάρη στην προσπάθειά του, αλλά χάρη στην εκτεταμένη χρήση φαρμάκων όλων των ειδών, δηλαδή πρωτεϊνών, στεροειδών και οποιωνδήποτε άλλων φουσκωτικών φαρμάκων.

- Ρε κοίτα εκεί τι μπράτσα έχει κάνει αυτός!!
- Μη ψαρώνεις ρε.. φαρμακωμένος είναι..

Ο φαρμακωμένος δηλώνει την ιδιότητά του μάλιστα με τη φράση είμαι στο φάρμακο και τη λήξη της ιδιότητας αυτής με την αντίστοιχη φράση βγαίνω απ' το φάρμακο.

1) - Πω πω φίλε έχεις σφίξει τρελά λέμε!
- Είμαι στο φάρμακο δύο μήνες, χτίζω όγκο με τρέλα!
2) Βγαίνω απ' το φάρμακο αυτή τη βδομάδα και έχω αγχωθεί γιατί πρέπει να διατηρήσω το επίπεδό μου.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η βέργα ή το παλούκι από ξύλο δέντρου, συνήθως ελιάς, που χρησιμοποιείται για την στήριξη καλλιεργειών με αδύναμο κορμό.

Τα κλήματα είναι μικρά ακόμα. Πρέπει να βάλουμε φουρκάδες για να κρατηθούν

Επειδή τα χτυπήματα με βέργα ήταν μια διαδεδομένη μέθοδος τιμωρίας στο σχολείο, η χρήση της φράσης "θα πέσει φουρκάδα" ή "θα φας φουρκάδα" στη σλανγκ της Πελοποννήσου σημαίνει σαφή απειλή σωματικής τιμωρίας.

Κωλόπαιδα! Αν ξαναπαίξετε μπάλα στην αυλή θα πέσει φουρκάδα!
Κάνε τα μαθήματά σου Γιαννάκη... Αλλιώς θα φας φουρκάδα...
Μαλάκες άκουσα ότι σήμερα στην πορεία θα πέσει φουρκάδα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Είμαι ακίνητος, άπραγος, χωρίς όρεξη και ενέργεια. Το ρήμα αυτό μάλλον προέρχεται από τις στάλες που πέφτουν αργά αργά στο ίδιο σημείο. Έχει κατά βάση αρνητική σημασία και υποδηλώνει την έλλειψη κίνησης και την τεμπελιά.

Μη σταλίζεις εκεί ρε! Έχουμε δουλειά τώρα..
Εγώ εδώ απ' το πρωί έχω διαβάσει το μισό βιβλίο και αυτός σταλίζει πίνοντας καφέ. Σιγά μην περάσει το μάθημα..
Όλο τελευταία στιγμή τρέχεις γιατί, όταν έχεις χρόνο, σταλίζεις.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο ερωτικός, ο προκλητικός ερωτικά με τη θετική έννοια, αυτός που προβαίνει σε πρωτόβουλο ερωτικό κάλεσμα, σε αντίθεση με τον χλιμίτζουρα, τον χλεχλέ, τον ξενέρωτο.
Το επίθετο προέρχεται από δημιουργική παράφραση του επιφωνήματος "ζαμπουζάμπου ζαμπουζά", το οποίο χρησιμοποιήθηκε από την Ελένη Βλαχάκη στο επεισόδιο 37 της γνωστής σειράς "Κωνσταντίνου και Ελένης". Είναι μία ακόμα λέξη από αυτές με τις πλούτισε το λεξιλόγιό μας η εν λόγω σειρά.

Ενίοτε χρησιμοποιείται και το επίθετο "ζαμπουζιάρικος" που αναφέρεται σε αντικείμενα/καταστάσεις.

1)Πώς περιμένεις ρε να ρίξεις γκόμενα με αυτή τη φάτσα. Γίνε λίγο ζαμπουζιάρης!
Βαρέθηκα ρε φίλε τη ξινίλα της Μαρίας. Πάμε να βρούμε καμιά ζαμπουζιάρα γκόμενα να κάνουμε παιχνίδι.
2)Καλά η γκόμενα φόρεσε χθες ζαμπουζιάρικα εσώρουχα και με έστειλε!
Τρέλα αυτό το ζαμπουζιάρικο περπάτημα!

η φάση είναι στο 13:37

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο γκρούβαλος της Νισύρου. Πρόκειται για τους χίπηδες που επισκέπτονται και διαμένουν το καλοκαίρι στη Νίσυρο, όπου και προβαίνουν σε σειρά από καφρίλες υπό τη συνεχή επήρεια ναρκωτικών ψυχοτρόπων ουσιών. Έχουν πάρει την ονομασία τους από την ηφαιστειογενή απομονωμένη παραλία ονόματι Παχιά Άμμος ή σκέτο Παχιά στην ανατολική Νίσυρο. Στη συγκεκριμένη παραλία οι παχιανοί διοργανώνουν κάθε χρόνο ελεύθερη κατασκήνωση γυμνιστών.

1) - Ήρθαν οι παχιανοί φέτος στο πανηγύρι;
- Σιγά μη δεν έρχονταν! Χάνουν αυτοί τζάμπα φαΐ;
2) Πήγαμε για μπάνιο στην Παχιά. Είχε πολλούς παχιανούς που μας κοιτούσαν περίεργα γιατί φορούσαμε μαγιό.
3)- Νομίζω χθες το βράδυ είδα δύο φαντάσματα!
- Άντε ρε... Παχιανοί θα ήταν που θα γύρναγαν στην Παχιά και θα τους πήρε το βράδυ.

Η Παχιά Νισύρου με τη χαρακτηριστική άμμο

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στριμώχνω, πιέζω ένα αντικείμενο ώστε να χωρέσει μέσα σε κάτι (δοχείο, σακούλα, ρούχο κτλ). Στη μέση φωνή τσουπώνομαι σημαίνει στριμώχνομαι.

  • Τσούπωσα τα χόρτα που έκοψα σε μια σακκούλα και την έκανα με ελαφρά από το χωράφι του γείτονα.
  • Όσο και να τσουπώσω τον κώλο μου δεν χωράω σε αυτό το παντελόνι.
  • Τσουπωθείτε εσείς στο πίσω κάθισμα για να χωρέσετε!

Σημαίνει και παραγεμίζω / παραφουσκώνω κάτι με αποτέλεσμα να φαίνεται χοντρό.

  • Έχω τσουπώσει τόσο πολύ την τσάντα μου που δεν χωράει τίποτα τώρα.
  • Πώς την τσούπωσες έτσι ρε τη γαλοπούλα; Διπλάσια έγινε!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στην ορολογία του ποδοσφαίρου αλάνας ως περιπτεράκι ορίζεται η τακτική ενός παίκτη να αράζει ακριβώς μπροστά από το τέρμα της αντίπαλης ομάδας μη συμμετέχοντας καθόλου στο παιχνίδι και απλά περιμένοντας κάποια στιγμή η μπάλα να του έρθει και να βάλει, έτσι, πολύ εύκολα γκολ. Ο παίκτης που επιλέγει το περιπτεράκι ουσιαστικά εκμεταλλεύεται την μη εφαρμογή του κανόνα του οφ-σάιντ στο ποδόσφαιρο αλάνας, λόγω της απουσίας διαιτητή/επόπτη.

Η προσφυγή σε περιπτεράκι έχει καταδικαστεί από την κοινότητα του ποδοσφαίρου αλάνας και ο χρήστης της τακτικής αυτής χαρακτηρίζεται πάγια τσάτσος. Αντιμετωπίζεται συνήθως με ρητή εκ των προτέρων απαγόρευση επί ποινή εκδίωξης από το παιχνίδι. Άλλες φορές, το περιπτεράκι αντιμετωπίζεται από τον τερματοφύλακα της αντίπαλης του τσάτσου ομάδας, ο οποίος επιφορτίζεται με το καθήκον να εμποδίσει να λάβει χώρα περιπτεράκι μπροστά στο τέρμα του.

1) Εεεεε δεν πάει!! Ο Βαγγέλης κάνει περιπτεράκι.. έλα πίσω ρεεεεε
2) - Κλάψτε τώρα, 6 γκολ σας κάρφωσα!
- Αφού έκανες περιπτεράκι ρε σκατοτσάτσε!
3) Λοιπόν δεν επιτρέπονται οι καραβολίδες, οι σπόντες και το περιπτεράκι. Πάμε, παίζουμε!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

  1. Εκ του αρχαιοελληνικού βυττίον. Το μεγάλο βαρέλι, συνήθως χειροποίητο, που χρησιμοποιείται κυρίως για την αποθήκευση κρασιού. Στη Μεσσηνία και στη Λακωνία προφέρεται αυστηρά με παχύ κλειστό -τσ-.

  2. Μεταφορικά στη διάλεκτο της νότιας Πελοποννήσου το βουτσί υποδηλώνει θάνατο, καταστροφή, παρακμή. Η μεταφορά προκύπτει από το σχήμα που παίρνουν τα κουφάρια των ζώων κατά την αποσύνθεσή τους, όταν, δηλαδή, τουμπανιάζουν και μοιάζουν με βαρέλι. Όταν η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά, εκφέρεται είτε περιφραστικά ως "μας βρήκε/θα μας βρει βουτσί" είτε σκέτη, μετά από δευτερεύουσα υποθετική πρόταση, χωρίς ούτε καν άρθρο, κατά το σχήμα "αν συμβεί/γίνει κάτι.. βουτσί"

1) -Ωραίο κρασί δικέ μου
- Όταν έχεις δρύινο βουτσί, βγαίνει λουκούμι!
2) - Άντε πάμε να φύγουμε
- Μαλάκα έχουμε πιει, αν οδηγήσουμε όπως είμαστε τώρα θα μας βρει βουτσί...
3) Αν σε ξαναδώ να ψάχνεις τα πράγματα μου, βουτσί!
Το μέγκα λέει ότι, αν βγούμε απ' το ευρώ, βουτσί!
Αν σε πετύχει μόνο σου το βράδι ο σκύλος μου, βουτσί!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πορτοκαλάκιας καλείται ο οδηγός με την παράξενη συνήθεια να λαμβάνει στα σοβαρά τον πορτοκαλί σηματοδότη των οδικών φαναριών και, αντί να επιταχύνει για να μην τον πιάσει το κόκκινο, να επιβραδύνει και να σταματάει.

Ο πορτοκαλάκιας προκαλεί νεύρα όταν ο συνεπιβάτης του βιάζεται, ωστόσο στηρίζει την επιλογή του να δίνει σημασία στο πορτοκαλί κάθε φορά που του ασκείται κριτική.

  1. Άσε μαλάκα, έχω πέσει σε πορτοκαλάκια ταρίφα και θα αργήσω..
  2. Οδηγώ μόνο 2 μήνες και είμαι λίγο ψαρωμένος και πορτοκαλάκιας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία