Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Ποδοσφαιρικός όρος.
Τερματοφύλακας περιορισμένων δυνατοτήτων που συνήθως τελειώνει τα 90 λεπτά ενός παιχνιδιού με πολλά γκολ στο παθητικό του.

Πωπω, πάλι το φάγαμε... Ρε , τί κουμπαράς είν'τούτος;;;!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ποδοσφαιρικός όρος.
Ο τερματοφύλακας κάποιων σχετικών δυνατοτήτων αλλά με μεγάλο πρόβλημα στις εξόδους του. Θεωρητικά τραγικότερος και από την έξοδο του Μεσολογγίου. Δημιουργεί ωστόσο αγώνες με μεγάλο σασπένς.

Συνώνυμο: χαρταετός

-Ωχ, βγαίνουν στην αντεπίθεση οι άλλοι...
-………
-Κάνει έξοδο ρε ο μεσολογγίτης!
-Κι εγώ το σταυρό μου…

Δες ακόμη τερματοτύφλακας, τρύπας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Οι οπαδοί του Άρη στη Θεσσαλονίκη.

Πάλι θα οργώσουν τα γήπεδα της β΄εθνικής οι βουλγαροεβραίοι.

(από Vrastaman, 10/03/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αυτός που δεν ξέρει καθόλου μπάλα. Ο άγαρμπος.

- Ρε το κελέκι ούτε να μαρκάρει δεν ξέρει.

βλ. και άμπαλος

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο τελευταίος πόντος ενός αγώνα (π.χ. βόλεϋ).

Αλλιώς: match point.

- Ήταν τόσο χάλια η ομάδα που ούτε που κατάλαβα πως πέρασε έτσι η ώρα και φτάσαμε να μας σερβίρουν για το λούκουμο....

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Έτσι αποκαλείται ο οπαδός του ΠΑΟΚ λόγω της γεωγραφικής θέσης της Θεσσαλονίκης (λίγο νότια της Βουλγαρίας).

(Οι οπαδοί του Παναθηναϊκού προς τους οπαδούς του ΠΑΟΚ στο γήπεδο)
-Βου-βου βούλγαροι, βου-βου Βούλγαροι!!!!

μέχρι την Αθήνα φτάσανε, ρεεε! (από xalikoutis, 05/02/14)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

  1. Το γυναικείο εσώρουχο τύπου στρινγκ, που η πίσω όψη του αποτελείται από λεπτό κορδόνι που χάνεται ανάμεσα στα κωλομέρια.

  2. Η γυναίκα που ανάμεσα στο παντελόνι και τη μπλούζα της διαφαίνεται το πάνω μέρος του εσώρουχού της, είτε είναι τύπου στρινγκ είτε παρεμφερές.

Προέλευση:

Προέρχεται από το όνομα του ποδοσφαιριστή Παναγιώτη Κορδονούρη λόγω προφανούς ηχητικής συγγένειας και ενδέχεται να πρωτοδιαδόθηκε ως όρος από αθλητικό ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.

  1. ...κάνω που λες στην άκρη τον κορδονούρη με το μικρό μου δαχτυλάκι, παίρνω φόρα και βουρ για το γκρόβερ!

  2. - Σσσσσσσσσσσσσ! Πιάσε ρε μαλάκα ένα κορδονούρη που περνάει...
    - Αυτό δεν είναι σώβρακο ρε φίλε, αυτό είναι μεσινέζα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κόψιμο πάνω σε σουτ (μπασκετική αργκό). Συνώνυμα: τάπα.

- Ρε μαλάκα, ποιον θυμήθηκα χθες;...
- Ποιον;
- Τον Τ σ α τ σ έ ν κ ο !...
- Πόοοο ρε πούστη, τον ρ ώ σ ο γ ί γ α ν τ α εννοείς!
- Που απλά στεκόταν ακίνητος, σήκωνε το χέρι, και τους έκανε όλους φυστικοβούτυρο...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αποκαλείται έτσι ο οπαδός του ΑΡΗ, από τους υπόλοιπους συμπολίτες σε μια ψευδοεπιστημονική εκδοχή του πρωταρχικού χαρακτηρισμού σκουλήκι.

- Μαλάκα, τι παιχτούρα είναι αυτή που πήρανε τα σκουλήκια;
- Άσε με ρε! Ποιος τ' ακούει τ' ασπόνδυλα τώρα;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο οπαδός του ΠΑΟΚ.

-Με ποιους παίζουμε το Σάββατο;
-Με τους Τουρκόγυφτους στην Τούμπα.

Βλ. και Βούλγαρος, γύφτοι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία