1. Στην αρχαία ταξιτζήδικη σλανγκ, το αγώι.

  2. (παίρνω) κούρσα (+ πληθυντικός), παίρνω παραμάζωμα, συλλήβδην αλλά και διαδοχικά, αναλόγως το αντικείμενο στον πληθυντικό.

1α. 'Εχω μια κούρσα για αεροδρόμιο και μετά σχολάω.

2α. Καβάλησε πεζοδρόμιο και πήρε κούρσα τα τραπεζάκια μέχρι το περίπτερο.

2β. Μπήκε λιώμα στο μαγαζί και ήθελε να πάρει όλα τα κορίτσια κούρσα.

Μετά το πρώτο λεπτό. (από Khan, 26/11/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο οδηγός ταξί, λογοπαίγνιο με τις λέξεις ταξί και φάρα, εμπνευσμένο από τη γερμανική λέξη για τον ταξιτζή: taxifahrer.

Παμπάλαιο. Για πολλούς οι ταξιτζήδες είναι πράγματι μεγάλη φάρα. Ουχί αδίκως καθότι, παραδοσιακά, το επάγγελμα αυτό, καθώς και του περιπτερά και του θυρωρού, είναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συνώνυμο του χαφιέ.

Δεν θα πω άλλα, τα σχόλια δικά σας.

Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν βρήκα ούτε μία αναφορά στον γούγλη με τη λέξη ταξιφάρας...

ΜΠΑΜΣΚΡΑΤΣΓΚΟΪΝΓΚΛΑΤΣΣΣΣΣΣΣΣ!!!
.....
Ρε μαλάκαα!!!!!!! Είσαι και επαγγελματίας ρεεεε!!!!!! Μαλάκα, έ μαλάκα!!! Έτσι περνάνε τα στόπ ρε γαμημένε ταξιφάρα;;;;;;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Γκαζοζέν ήταν κάτι τρόλεϊ που κάναν δρομολόγιο Κολιάτσου - Παγκράτι στην δεκαετία του 50 και για καύσιμο χρησιμοποιούσαν φιάλες υγραερίου.

Παραληρηματικά, γκαζοζέν, σύμφωνα με το νέο αλεφάντειο θεώρημα, είναι ο Ζιλμπέρτο Σίλβα, κατά τα άλλα εξέχων βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής του βάζελου, ο οποίος γυρνάει άσκοπα δεξιά αριστερά στο γήπεδο αγκομαχώντας σαν το παλιό υγραεριοκίνητο τρόλεϊ.

- ... στο κέντρο έπρεπε να παίξει ο Ζιλμπέρτος και όχι σέντερ μπακ που τον έβαλε ο Νιόπλιας, και τον εξέθεσε μου θύμιζε γκαζοζέν! Σαν τα λεωφορεία στην Κατοχή, που είχαν πίσω κάτι μπουκάλες με υγραέριο, ανέβαιναν τους δρόμους και αγκομαχούσαν! Δεν μπορούσε να στρίψει ο κακομοίρης ο Ζιλμπέρτος...

(από polemarxos90, 06/10/10)For Italians Adequate Technology= FIAT (από anchelito, 07/10/10)

Ο κυριολεκτικός αυτός ορισμός του χρήστη δεν είναι σωστός, συμπληρώνεται όμως ορθά από τον χρήστη anchelito σε σχόλιο κάτω από το λήμμα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ουσιαστικό με έννοια επιρρήματος. Στην αργκό μεταφορικώς σημαίνει το minimum τίμημα μιας υπηρεσίας ή δοσοληψίας εν γένει, δηλ. όπως λέμε «ακατέβατα», το οποίο ορίζεται είτε μονοπωλιακά ή συντεχνιακά, είτε αριστίνδην, είτε καταχρηστικά, ως ελάχιστο αναμενόμενο μπουγιουρντί.

Προέρχεται από την ελάχιστη τιμή της «κούρσας» ή «σημαίας» (πλέον κομίστρων) των ταξιτζήδων, που καθορίζεται με υπουργική απόφαση.

Στην Ελλάδα μέχρι πολύ πρόσφατα, οι ελάχιστες τιμές πολλών αγαθών ήταν υπερτιμημένες (μεταξύ άλλων) λόγω ευδαιμονίστικης (κνίτικη αναβίβαση τόνου) επίδειξης των καταναλωτών, αλλά και λόγω έλλειψης συλλογικότητας στην αντιμετώπισή τους, αλλά πάνε πια αυτά (βλ. σχόλια εδώ)...

  1. — Για πού το 'βαλες με τη σακούλα;
    — Πάω κατά Μοναστηράκι να σκοτώσω έναν καινούριο επενδύτη που βούταρε ένας φίλος απ' τον ιματισμό του Παλάσκα. Πόσα λες να πιάσει;
    — Ξέρω γω; Κάνα εικοσάρικο...
    — Εικοσάρικο καινούριος ολόμαλλος επενδύτης; Αφού τους πουλάνε 150-200 το κομμάτι! — Γιατί, μαζί το 'χετε το μαγαζί; Να βγάλω και κάτι σου λέει ο άλλος...
    — Είπα γω όχι; Αλλά όχι ρε φίλε και να με γδάρουνε έτσι! Αμ δε σφάξανε, θα πάω αλλού.
    — Όπου και να πας, ταρίφα είναι. Αφού είναι συνεννοημένοι και κρατάνε τιμές, χώρια που ξέρουν πού το βρήκες...

  2. Είσαι για πίστες απόψε;
    — Έχεις να δώσεις εκατό φράγκα ν' ακούσεις τα σκυλιά; — Έλα ρε, θα πάρουμε και τα κορίτσια μαζί, που γουστάρουνε, πόσο θα μας έρθει;
    — Ένα εκατομπενηντάρι το τραπέζι ταρίφα, δυο μπουκάλια τουλάχιστον –χώρια κάτι σου 'πα κάτι μου 'πες, κατοστάρικο το κεφάλι θα πάει (κι αυτό αν δεν έχουν και την απαίτηση να τις κεράσουμε)...
    — Σαν πολλά...
    — Εμ, δε σου λέω εγώ; Άσε, πάμε 'δώ σ' ένα συνοικιακό που παίζει ντάμπα-ντούμπα και μετά τις κερνάμε πατσά, να μας δει κι ο Θεός...

  3. — Ψάχνω να νοικιάσω κανα δυαράκι προς Εξάρχεια μεριά, έχεις τίποτα υπ' όψη σου;
    — Δεν ξέρω τίποτα συγκεκριμένο, αλλά είναι γεμάτος ο τόπος από ενοικιαστήρια, κάτι θα βρεις.
    — Πόσο περίπου λες να πάει το μαλλί, θα με φτάσουν 300-350 ευρά;
    — Μπααα, ούτε γι' αστείο! Για 450-500 στο νερό σε κόβω να δίνεις, το 'χουν ταρίφα οι πούστηδες. Εκτός κι αν μείνεις σε κάνα γκρεμίδι...

  4. — Πώς να το παίξω, Πανσερραϊκός-ΠΑΟΚ;
    — Ξερό διπλό! Αφού τους έχουνε δέκα χρόνια τώρα, δυο μπαλάκια ταρίφα...

Radio Tarifa (από HODJAS, 09/06/10)Tarifas (από perkins, 10/06/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η στοά, εκ του gallery που λένε και οι Αγγλοσαξόνοι.

Ο όρος χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική του έννοια για τις στοές των ορυχείων.

Σλανγκιστί όμως, λέγεται μόνο για τα τελευταία εννέα καθίσματα των λεωφορείων των κτελ, και γενικότερα για τις τελευταίες θέσεις παντός είδους λεωφορείων και τρόλεϋ.

Το συγκεκριμένο τμήμα των οχημάτων αυτών είναι περιζήτητο σε νέους, ειδικά σε πενταήμερες (κι όχι πενθήμερες) λυκειακές εκδρομές καθώς εκεί γίνεται ο χαβαλές, πέφτει το φάσωμα και γενικά συμβαίνουν όλα τα καλά.

Τα παλιότερα χρόνια επίσης, που υπήρχαν τα λεωφορεία με τα ανοιγόμενα παράθυρα, στη γαλαρία επιζητούσαν να κάθονται οι «άρρωστοι»καπνιστές, επιβάτες των ΚΤΕΛ πανελλαδικά, έτσι ώστε να λάθουν της μύτης του οδηγού ή αυτής των ρουφ συνεπιβατών τους.

Θα πα' να κάτσω γαλαρία με τους μαλάκες για τη φάση και όλο και κάνα μωρό θα ξεστρατίσει προς τα πίσω. Θα φάμε καλά αργοτερότερα.

(από perkins, 08/06/10)(από perkins, 08/06/10)(από Vrastaman, 09/06/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σαν σαρδέλα.

Όταν είσαι κολλημένος με πολύ κόσμο και κάνει ζέστη. Ο ίδρωτας είναι απαραίτητο συστατικό που θα σε οδηγήσει να χρησιμοποιήσεις αυτήν την έκφραση, στην καλύτερη ο ατομικός σου ιδρώτας ή και αυτός που κάποιος ευγενικός συνάνθρωπος μοιράζεται μαζί σου.

Η έμπνευση είναι ασφαλώς από την κονσέρβα σαρδέλας.

Η κατάσταση αυτή δεν σου αρέσει...

  1. Ήμασταν κολλημένοι σαν σαρδέλες στο λεωφορείο.
  2. Μας είχανε ντανιάσει στην ουρά σαν σαρδέλες.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Άσχημο ανώμαλο χούι ελαφρώς διεστραμμένων των πενήνταζ, εξήνταζ και εβδομήνταζ. Είναι η πρακτική κατά την οποία επωφελείται κάποιος από την πολυκοσμία και «κολλάει» σε πισινά γυναικεία, ανδρικά ή εφηβικά, με σκοπό τον επιτόπιο αυνανισμό, ή ακόμη και ετεροχρονισμένο, εφόσον οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν. Συνήθης τόπος άσκησης του «κολλητηρίου» ήταν τα λεωφορεία, αλλά οι μάστορες του είδους το εξασκούσαν στα πιο απίθανα μέρη (ουρά στο ΙΚΑ, αίθουσες δικαστηρίων κλπ). Απ' όσο ακούω, το φαινόμενο απαντάται, σπανιότερα πάντως, και στις μέρες μας.

  1. Φύγε βρε ανώμαλε μη σου σκάσω καμιά τσαντιά! Πρωί πρωί, πού τη βρίσκεις την όρεξη για κολλητήρι;

  2. - Άσε ρε Λίτσα, μπήκα στο λεωφορείο και μου 'κανε κάποιος κολλητήρι, αλλά είχε τόσο κόσμο που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
    - Βρε μπας και σ' άρεσε;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η φράση πέρασε στο λαϊκό λεξιλόγιο πριν 50 περίπου χρόνια. Πηγή της ήταν οι εισπράκτορες των αστικών λεωφορείων της εποχής.

Η τιμή των εισιτηρίων δεν ήταν ενιαία, αλλά καθοριζόταν από το μήκος της διαδρομής. Από την αφετηρία μέχρι την τάδε στάση, το εισιτήριο κόστιζε 1,30 δραχμές π.χ., μέχρι την δείνα στάση κόστιζε 1,60 δρχ, μέχρι την ταδεδείνα 2 δρχ, κ.ο.κ. Όποιος λοιπόν είχε κόψει από την αφετηρία εισιτήριο αξίας 1,60 δραχμών, έπρεπε να κατέβει μόλις το λεωφορείο έφτανε στην αντίστοιχη στάση, ή να πληρώσει την διαφορά μέχρι εκεί που ήθελε να συνεχίσει. (1)

Ο εισπράκτορας ανήγγειλε κάθε επόμενη στάση με μία μονότονη επαγγελματική φωνή, αλλά στις «τερματικές» μετά το όνομα της στάσης, η φωνή του γινόταν πιο ένρινη και αυστηρή όταν ανήγγειλε το game over των εκάστοτε εισιτηρίων, προειδοποιώντας έτσι τα ψιλολαμόγια να κατέβουν και να μην επιχειρήσουν παράβαση.

Παρ' όλο που ο εισπράκτορας ανήγγειλε σε κάθε τερματική στάση και το τέλος του δικαιώματος των εισιτηρίων της αντίστοιχης τιμής, «τέρμα τα μία και τριάντα», «τέρμα τα μία κι εξήντα», μόνον η φράση τέρμα τα δίφραγκα ευτύχησε να καθιερωθεί. Ίσως επειδή είχε μεγαλύτερο «όγκο» και στόμφο στην εκφώνηση, ή ίσως επειδή το δίφραγκο είχε αρκετή αξία και η φράση υποδήλωνε πως είχες κάνει και αρκετή υπομονή μέχρι τώρα.

Η φράση περικλείει και μια μαγκιά και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από την περασμένη γενιά, με την σημασία των: Μέχρι εδώ ήταν, Τέλος, Δεν πάει άλλο, Ως εδώ και μη παρέκει (2)

Χρησιμοποιήθηκε και σε πιο λάιτ έκδοση, για να δείξει την αποφασιστικότητα κάποιου ν' αλλάξει την μέχρι τότε στάση του. (3)

Μπήκε όμως και στην πολιτική φρασεολογία δείχνοντας την «μη ανοχή» του λαού απέναντι σε κάποιο πολιτικό πρόσωπο. (4)

Τέλος κατάφερε να δείξει και το τέρμα του νήματος για κάποιον. (5)

  1. Εισπράκτορας: «Παπάγου, τέρμα τα δίφραγκα»

  2. Σαν πολλά μου τα έκανες μάγκα μου. Ως εδώ ήταν, τέρμα τα δίφραγκα.

  3. Ωωπ αγαπούλα μέχρι εδώ ήτανε, δεν ξανακαπνίζω. Τέρμα τα δίφραγκα!

  4. «Στοπ κύριε υπουργέ! Δεν μπορείτε να εμπαίζετε άλλο τους αγρότες. Τέρμα τα δίφραγκα»

  5. -Άστα ρε Γιώργη, τον χάσαμε τον Μανώλη...
    -Τί λες ρε φίλε;
    -Ναι σου λέω, τέρμα τα δίφραγκα γι' αυτόν.

(από Βασίλης-7, 18/04/09)No more two pence, my lad! (από Jonas, 21/04/09)Αλέξανδρος ο Μέγας. 336-323 π.Χ.  Χρυσός στατήρας.  (από ο αυτοκτονημενος, 22/04/09)Να και το δίφραγκο! (από Jim Blondos, 17/11/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κλασική έκφραση που περιγράφει γλαφυρά και εμπνευσμένα (παρ' όλη την παλαιότητά της) το προχωρημένο σημείο στο οποίο έχει φτάσει το κουρέλιασμα της ψυχολογικής μας ισορροπίας. Λέξη κλειδί για να αντιληφθούμε ποια είναι τα άτυχα υποκείμενα αυτής, είναι το «ταξί». Και εννοώ ότι πρόκειται για μια πρόταση-κραυγή του αστικού πληθυσμού η οποία δεν θα μπορούσε να εκφράσει έναν αναχωρητή, έναν καλόγερο στο μοναστήρι του, έναν βοσκό. Η χρήση της συγκεκριμένης έκφρασης, παρά τις κάποιες επιμέρους αντιφάσεις, ακολουθεί το αλμπεργαμικό (έστω σαρτρικό) «Η κόλαση είναι οι άλλοι».

Δεν είναι δύσκολο να φτάσει κάποιος σε τέτοια απόγνωση στην κενωνία την άτιμη που ζούμε. Σκεφτείτε:

  • Το θέμα ύπνος Λίγος, πάντα λιγότερος από αυτόν που θα θέλαμε. Με όλες τις δουλειές και τις σκοτούρες ακατάστατος. Σε κουτιά από τσιμέντο-τσιγαρόχαρτο που σου επιτρέπουν να ξυπνήσεις μέσα στο μαύρο το μεσάνυχτο από τις ομιλίες ή τίποτα δυνατές σκέψεις του γείτονα. Και αν καταφέρεις και ξανακοιμηθείς, θα ξυπνήσεις ακριβώς ένα λεπτό αργότερα για τη δουλειά ή, αν παρακοιμηθείς, θα σε σηκώσει το αφεντικό σου τηλεφωνικώς, με τρυφερά ουρλιαχτά για καλημέρα. Σ' αυτήν την περίπτωση πιθανώς να έχεις παράλληλα και ένα bad hair day. Εκτός κι αν τα μαλλιά σου έχουν αποφασίσει εδώ και καιρό να κοιμηθούν λίγο παραπάνω από εσένα, στο μαξιλάρι σου.

  • Η πόλη Στην Ελλάδα όσο μεγαλύτερη τόσο χειρότερα. Θα συναντήσεις τραγική κίνηση, ρύπανση, έργα, πορείες, απειλές για βόμβες, μονοδρομήσεις-έκπληξη, απεργίες μεταφορικών μέσων και φυσικά χιλιάδες άλλους ανθρώπους που έχουν τα δικά τους, όπως εσύ. Στατιστικά, είναι αναμενόμενο να πετύχεις τουλάχιστον έναν ράντομ μαλάκα να σε φτιάξει παραπάνω. Άγγελοι και πριγκίπισσες το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι και χωρίς καφέ δεν υπάρχουν, και να υπήρχαν, δε θα τους δεις.

  • Οι σπουδές Ακόμα κι αν διάλεξες τις σωστές, παλεύεις από τη μια με τα βιβλία (το οποίο είναι καλό) από την άλλη με τα κόμπλεξ του κυρίου καθηγητή, με τα βυσματούχα κομματόσκυλα, την αδιαφορία, τις ελλείψεις. Υπάρχουν και οι τυχεροί, δε λέω.

  • Η δουλειά Άγχη, αφεντικά, ρουφιανιές, χαραμισμένο πτυχίο και όνειρα. Πολλοί εκεί έξω για εφτακόσια ευρώ και κάτι ψιλά. Δεν επεκτείνομαι.

  • Τα λεφτά Θες δε θες, είναι παντού σαν ιδέα και πουθενά σαν ύπαρξη. Παρασυρόμαστε ο ένας από τον άλλο και κάνουμε λες και θα τα πάρουμε μαζί μας. Είναι η ύπουλη άποψη της μετρησιμότητας των αγαθών. Είναι η κλινική ενσάρκωση της δήθεν εξουσίας μας, του ενός επί του άλλου και τανάπαλιν.

  • Οι σχέσεις Μέγα κεφάλαιο. Δύσκολα τα ανθρώπινα. Κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος ξεχωριστός κόσμος και, αν το δεις έτσι, είναι πιο λογικό η αρμονία μεταξύ μας να είναι η εξαίρεση, παρά ο κανόνας, Ό,τι την μια μέρα σε ανεβάζει, την άλλη μπορεί να σε ρίξει βαθύτερα. Νταξ, αυτή είναι η μαγεία του πράγματος μεν, αλλά όταν μπερδεύεται η υπόθεση, το ποτήρι τείνει να φαίνεται μισοάδειο. Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, γκόμενες, γκόμενοι, όπου υπάρχουν κανόνες είναι καταπιεστικοί, όπου δεν υπάρχουν είσαι μάλλον μόνος σου, χωρίς χάρτη, στα χαμένα.

  • Τα παιδιά Η ομορφιά και η ελπίδα του κόσμου. Ρισπέκτ. Αλλά πώς σκατά τα κατάφερναν οι γονείς μας, μπορείς να μου πεις;

  • Οι αστάθμητοι παράγοντες Θρυαλλίδα των προαναφερομένων και όσων ο συντάξας δεν σκέφτηκε ή δεν άντεξε να καταγράψει. Είναι το προηγούμενο βήμα πριν την εκφορά της σλανγκοπεριγραφόμενης έκφρασης. Είναι το σύμπαν που πετάγεται από την γωνία και σου κάνει «Τζά! Τσίμπα ένα αρχίδι!». Κλήση για παρκάρισμα θα είναι, ακύρωση ραντεβού θα είναι, το πισί σου που γονάτισε και πήρε μαζί του δουλειά ημερών... Εκεί είναι που αρχίζεις να κάνεις τις συνδέσεις με όλα τα παραπάνω και αρχίζεις τα γαλλικά...

Ο εκστομίζων την έκφραση λοιπόν, πριν τα πράγματα ξεφύγουν από τον έλεγχο και αρχίσει να βγάζει αφρούς, βρίσκει λίγα δευτερόλεπτα να κάνει έναν αυτογνωστικό μίνι απολογισμό της κατάστασης, εντοπίζοντας τόσο το πρόβλημα, όσο και τη λύση που φαίνεται πιο ρεαλιστική: Το πρόβλημα δεν είναι το σύμπαν και ο κόσμος μας! Το πρόβλημα είναι πρόβλημα όταν μπορεί να λυθεί. Αλλιώς είναι φυσικό εμπόδιο, σαν τον διαιτητή που σου κόβει αθέλητα τη σουτάρα για γκολ και πρωτάθλημα. Θυμηθείτε: Τον ξένο και τον εχθρό, τον είδαμε στον καθρέφτη. Επομένως στις προκείμενες περιπτώσεις «φταίμε» εμείς, φταίνε τα νεύρα μας και, συνεπώς, πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτό: να χαλαρώσουμε (τα χάπια προτείνω να τα εκλάβουμε μόνο μεταφορικά) και, αφού εκτιμούμε ότι τίποτα δεν θα βγει αν επιμείνουμε, να πάρουμε ένα ταξάκι για το σπίτι και να αφήσουμε το πρόβλημα για αύριο που θα έχουμε καθαρό μυαλό. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Ίσως και να ξεφυλλίσουμε λίγο slang.gr για να βρούμε νέους τρόπους να μιλήσουμε για πανάρχαια προβλήματα.

[Παράδειγμα δεν βάζω γιατί φοβάμαι ότι θα το χαλάσω και δεν θέλω.]

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πρόκειται για χιουμοριστική και συνάμα πικάντικη ερώτηση που αναφέρεται σε άνδρα και έχει σαν στόχο την ανακάλυψη της βασικής εικόνας της σεξουαλικής κατάστασης κάποιου. Μέσω της ερώτησης προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τον κωδικοποιημένο προορισμό ενός εικονικού ταξιδιού σε μια περιοχή (που το όνομα της παραπέμπει στη ζητούμενη πληροφόρηση).

Παρακάτω παραπείθονται τα νούμερα λεωφορείων (1-6) στο ΚΤΕΛ διαδρομών του άνδρα, υπό τη μορφή: 3 περιοχές κι ο κούκος

Α. Περιοχές κουκολαλήματος 1. Μαλακάσα, Πορθμός Μαλάκα 2. Καβάλα, Γαμισιανά, Μουνότρυπα (για τα τελευταία 2 μέρη βλ. φωτογραφίες) 3. Κερατέα (προαιρετικό δρομολόγιο)

Β. Περιοχές που ο κούκος δεν κάνει κούκου, ή δυσκολεύεται 4. Δράμα 5. Βουλιαγμένη

C. Περιοχές μακαρίας κουκοαναπάυσεως
6. Κυπαρισσία, Σταυρούπολη, Ουρανούπολη, Παράδεισος Αμαρουσίου παραλίες Paradise της Μυκόνου, παραλία Golden Paradise της Κω, Νεκρά Θάλασσα κι όσες άλλες παραπέμπουν σε νεκρά φύση και ουράνια κατοικία, άμα λάχει ναούμ

Σημείωση 1: Η ερώτηση γίνεται με πονηρεμένο κλείσιμο ματιού σε κάποιον που ξέρει τον κωδικό χαρακτήρα της ερώτησης
Σημείωση 2: Σε κάθε νούμερο λεωφορείου εμφανίζονται ενδεικτικά ορισμένες περιοχές.Μπορούν να υπάρξουν φυσικά κι άλλες τοποθεσίες συμβατές όμως με τις υπάρχουσες σε κάθε νούμερο
Σημείωση 3: Η ερώτηση θα μπορούσε να αναφέρεται και σε γυναίκα, αρκεί να δοθεί κατάλληλο όνομα τοποθεσίας (βλ. παράδειγμα)
Σημείωση 4: Ως γίνεται εύκολα κατανοητό στην περιοχή Β, όπου ο κούκος έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί, κι ο κούκος αηδόνι να σου στοιχίσει, ο κούκος δε θα φέρνει την άνοιξη. Για την περιοχή C δεν μιλάμε.

- Και πού ταξιδεύουν οι γιοί σου τώρα;
- O μικρότερος Μαλακάσα, ο μεσαίος Καβάλα κι ο μεγαλύτερος απ’ όλους απ’ ό,τι έμαθα τώρα τελευταία συχνάζει στην Κερατέα. Δεν το γνωρίζει όμως ο μαλάκας.
- Η κόρη σου;
- Αυτή έχει μεταφέρει τα εκλογικά δικαιώματα της στη Λέσβο. Μυτιληνιά βέρα.
- Εσύ πού ταξιδεύεις τώρα;
- Τι ερώτηση! Εγώ όπως κι εσύ, εδώ και κάτι χρόνια είμαστε δημότες
Βουλιαγμένης. Όπως άλλωστε κι όλοι οι συμμαθητές μας.
- Εκτός από κανα δυο που απ’ ό,τι έμαθα είναι μόνιμοι κάτοικοι στην
Κυπαρισσία.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία