Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Η χασούρα, το βάρος, η απομύζηση. Η κατάσταση της άσκοπης απόσπασης πόρων και δυνάμεων από μια οποιαδήποτε αιτία. Ως εκ τούτου δεν αναφέρεται απαραιτήτως σε άνθρωπο, αλλά σε οποιαδήποτε κατάσταση πραγμάτων ή πράγμα που μπορεί να αποσπά αναίτια ζωτικές δυνάμεις.

- Ρε, θα τα κόψω τα βιομηχανικά λέω. Μου τρώνε λεφτά. - Ναι ρε! Σκέτη φύρα είναι τα μανήσια. Στην τελική πάρε καπνό και στρίβε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Αυτός που δεν είναι πραγματικός φαν μιας μπάντας ή κάποιου μουσικού εν γένει, αλλά ακούει περιστασιακά την μουσική τους. Ως εκ τούτου, δεν γνωρίζει όλους τους στίχους των τραγουδιών τους, παρά μόνο τα ρεφρέν, τα οποία επαναλαμβάνει σε συναυλίες, πάρτι και λοιπές μουσικές συναθροίσεις, ώστε να ταυτιστεί με την ατμόσφαιρα της φάσης.

-Ρε, τσέκαρε 'κει! Ο Κώστας ρε, μ' ένα τσιτωμένο γκομενάκι με τα δερμάτινα.

-Χαχαα! Έλα ρε τον ρεφρενάκια τον Κώστα που μου 'ρθε και Maiden. Πάω στοίχημα τραγουδάει μόνο τα φωνήεντα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η οργή, τα νεύρα, ο θυμός. Η έκφραση μεταφέρθηκε από τη γαλλική γλώσσα και συγκεκριμένα από το διάσημο τραγούδι της ράπερ Keny Arkana "La Rage", που πραγματεύεται το θυμό της άγριας νεολαίας. Χρησιμοποιείται μόνο του, εν είδει επιφωνήματος. Μπορεί να εντοπίζει οργή που εμφανίζεται σε άλλον από τον ομιλούντα, όπως παρακάτω:

1) Καλά, η Αφροξυλάνθη μου έχει κάνει πέντε κλήσεις στο σκάιπ και δεν της έχω απαντήσει ακόμα. Σίγουρα λα ραζ!
2) Πήγα σπίτι αργά και η μάνα μου με περίμενε ξύπνια στον καναπέ. Άσε δεν σου λέω τίποτα, λα ραζ!

Ή μπορεί να δηλώνει οργή του ίδιου του ομιλούντα:

3) Και πάω, που λες, να βγω απ' το τραίνο και πέφτει πάνω μου μια γριά που έμπαινε. Λα ραζ!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Στην αργκό των οικοδόμων έτσι λέγεται ο διακόπτης με δύο ή τρία κουμπιά που το κάθε από αυτά ανοίγει μία διαφορετική σειρά από φώτα στον ίδιο χώρο ή διπλανούς χώρους. Ετυμολογείται από το γαλλικό commutateur που σημαίνει το διακόπτη γενικότερα.

-Αλλάξαμε τα κομιτατέρ κάτω γιατί δεν ανάβανε όλες οι λάμπες στα πατάρια.

κομιτατέρ με τρία κουμπιάκομιτατέρ με τρία κουμπιά κομιτατέρ με δύο κουμπιά σε vintage στυλκομιτατέρ με δύο κουμπιά σε vintage στυλ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Γαλλισμός αρκετά διαδεδομένος στο διαδίκτυο, ψιλοχοντροακούγεται κιόλας. Παναπεί : έτσι δεν είναι?, από το ταυτόσημο γαλλικό n' est-ce pas?

άλλη, που ανέσπα τα μαλλιά της καμία σχέση. Μην ακούτε τρίχες).

Πάντως περισσότεροι Γάλλοι θα σου μιλήσουν αγγλικά, παρά Αγγλοι οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. νεσπα; ici

Ωραίες οι ιστορίες που συνοδεύουν ή καλύτερα γυροφέρνουν τις λέξεις, νεσπά; aussi

Φαντασου να τρως καθε μερα πατατες γιαχνι ας πουμε. Βαρετο, νεσπα? là-bas

ο υπερκορεσμός (κοινώς το μπουρδουκλωμένο μπούγιο) της μουσικής του Βάγκνερ όλα τα επιτρέπει (όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω) ακόμα και μια ωραία συζήτηση περί ανέμων και υδάτων. Διότι κάπως πρέπει να περάσει και η ώρα, νεσπά; μπλα-μπλα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Χαρακτηρισμός για τους σοβιετικούς σύμφωνα με τους αυτοαποκαλούμενους αντιρεβιζιονιστές χοτζαϊστές, απ' όταν το καθεστώς Χότζα έκοψε κάθε επαφή με τις πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ. Πιθανότατα να χαρακτήριζαν έτσι και τους οπαδούς των τότε ΕΣΣΔ.

Ετυμολογείται από το αρχαιοελληνικό ἀστός που σημαίνει πλουτοκράτης και το γαλλικό révisionniste που σημαίνει αναθεωρητής. Δεν υφίσταται στον ενικό.

Όταν ήμουν πιτσιρίκος διασκέδαζα να ακούω στα μεσαία ελληνικές εκπομπές από το καθεστώς του Χότζα (του αλβανού, όχι του δικού μας), Έβριζαν τους πάντες (Δύση, Κίνα, Γιουγκοσλαβία) αλλά τα πιο σκληρά λόγια τα φύλαγαν για τους Σοβιετικούς που αποκαλούσαν αστικορεβιζιονιστάδες.(sic) -Vrastaman- Από εδώ.

μία από τις πολλές σημαίες των αστικορεβιζιονιστάδων, γιατί οι αστικορεβιοζιονιστάδες έχουν πολλές σημαίες...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αυτός που του αρέσει να ζει ποιοτικά και με ανέσεις ή ζει ποιοτικά και με ανέσεις αν και ο δεύτερος χαρακτηρίζεται ως μπονβιβέρ σκέτο. Ως μπονβιβερατζής/μπονβιβερατζού χαρακτηρίζεται αυτός/αυτή που γουστάρει γενικά το φίνο και το ωραίο και το κυνηγάει άσχετα που δεν είναι παραλής. Χιουμοριστικά και ο μπονβιβέρ μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι. Προέρχεται από το γαλλικό bon vivant που στην ελληνόφωνη γωνιά των Βαλκανίων (Ελλάδα) μας ήρθε από το αγγλικό ψευτο-γαλλικό bon viveur και με την προσθήκη της τουρκικής κατάληξης -τζής (ci) είναι μία σλαγκιά πρώτης τάξεως.

-Ματσό ο Άλεξ... και πατέ στο ψυγείο του, και αυγά ψαριών, και μουστάρδα ντιζόν με άρωμα τρούφας και κάτι αλλαντικά καπνιστά μυστήρια ...

-Μπονβιβερατζής απλά, τα βρίσκει φτηνά από ρωσσικά μίνιμάρκετ και απ' τα λιντ...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

σαπό, σαπώ

Επιφώνημα επιδοκιμασίας: μπράβο, ρισπέκ, σού βγάζω το καπέλο.

- Σαπώ κι από εμένα! Ωραιότατο σημείωμα! (εδώ)

- ωραίος ο παίκτης, καλά ξηγήθηκες, ωραίος, σωραίος, καλή κίνηση, σαπό, σε παραδέχομαι, ωραία εξήγα, καλή εξήγα, καλά του την έφερες, ωραία του την έφερες... (εκεί)

Σαπώ!

Εκ του γαλατικού chapeau, καπέλο. Εκφέρεται και στα αγγλικάνικα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στα καλιαρντά είναι ο σαδιστής σε αντίθεση με τη ντεζοντουπού που είναι ο μαζοχιστής, η μαζόχα. Από το ντέζι εκ του γαλλικού désirer.

- Κόζα φόρτσα μουσαντοπάρσιμο σοῦ ἄβελε, μωρή, ἡ Ζηνοβία πασάτα τζόρνα;

- Μὲ σίκ, μωρή· πουρκὲ ντὲ σκεντὲ ἄφρισες καὶ βουέλεις μοῦσι; Ὁ Ζηνόβιεφ εἶναι φιλέλληνας, ὄχι ντεζολαχτάρας σὰν τὸ σουάντες φινεντζάρη, ποὺ τουζούρ ντοὺπ σαφρὰνς... Σκέτος μπάϋρον εἶναι.

Τουτέστιν:

- Τί δυνατὸ φλὲρτ (πολιορκία) ἦταν αὐτὸ ποὺ σοῦ ἔκανε, μωρή, ἡ Ζηνοβία χθές;

- Σιγά, μωρή· γιατί, ζήλεψες κι ἔχεις νεῦρα; Ὁ Ζηνόβιεφ εἶναι εὐγενικὴ ἀδελφὴ ψυχὴ, ὄχι βίαιος σαδιστὴς σὰν τὸ ἀρραβωνιαστικό σου, ποὺ ὅλο στὶς βρέχει γιὰ λεφτὰ... Σκέτος λόρδος εἶναι! (Παράδειγμα Αἴαντος)

Κι ένα από το Μπουντουσουμού:

Όντις ήπαγε στο Αδελφοχώρι, με ντεζολαχτάρες και ντεζοντουπούδες αβέλει ντουπ τα πλήκτρα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στα καλιαρντά είναι ο μαζοχιστής, ο μαζόχας. Προέρχεται από το ντέζι (εκ του γαλλικού désirer= επιθυμώ, ποθώ) και από το ντουπ που σημαίνει το ξύλο (ηχομιμητικό). Δηλαδή αυτός ή αυτή που ποθεί να τρώει ξύλο.

Όντις ήπαγε στο Αδελφοχώρι, με ντεζολαχτάρες και ντεζοντουπούδες αβέλει ντουπ τα πλήκτρα. (Μπουντουσουμού).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία