Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Ανθρωπος εκλεγμενος ηγετης απο τον λαο δι ανατασεως της χειρος.Προελευση τουρκικη.

Παράδειγμα εδώ:Κοιτα αυτον τον ελεμέ,εχει ισχυρα ερεισματα στην περιοχη.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

"Ελεμες",με βαση την τουρκικη ετυμολογια σημαινει "ο ηγετης διαλεκτος εκ του λαου,δι ανατασεως χειρος".Χρησιμοποιειται επισης για την περιγραφη σταφιδας εκλεκτης ποιοτητας.

Παράδειγμα εδώ:Κοιτα τουτον τον ελεμε,εχει βαθια ερεισματα στην κοινωνια.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ρήμα διαδεδομένο σε παίκτες του καινοφανούς παιχνιδιού επαυξημένης πραγματικότητας Pokémon GO. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τοποθέτηση αντικειμένου (Lure) που ελκύει τα Pokémon της γύρω περιοχής σε συγκεκριμένα σημεία. Θα γίνει μέινστριμ όταν το χρησιμοποιήσει το luben σε κάποιο meme αλλά μέχρι τότε μπορείτε να το χρησιμοποιείτε για να βρείτε τον hard-core fan του παιχνιδιού στις εκάστοτε παρέες ενώ τρώτε καρπούζι ή κάποιο άλλο εποχιακό φρούτο της αρεσκείας σας. Ή και όχι. Ευχαριστώ.

- Μάγκες σήμερα από τις 11 λουριάζουμε Φιλοθέη, πίσω από το άγαλμα. Τσεκαρισμένα Άμπρα και Γκένγκαρ, κάτι ακούγεται και για Σάιθερ, εγώ δε το είδα - όρκο δεν παίρνω. Για μπύρες θα πηγαίνουμε ανά δυάδες για να σπάσουν τα αβγά.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μουτσέντζα ή αλλιώς μουτζέντζα (πληθ.: μουτσέντζες). Απότομη μετάπτωση της διάθεσης. Από το αγγλικό mood changes.

- Γιατί τόσο νταουνιασμένη η Σουλτάνα;
- Τίποτα μωρέ, της ήρθε περίοδος και την πιάσαν οι μουτσέντζες της.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα διαβόητα πάρτι που διοργάνωνε ο αρχιπουτσίας και βιαγκροΨωλέας πρώην Ιταλός πρωθυπουργός, Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Η έκφραση πρωτοακούστηκε το 1910, σε μια φάρσα που έγινε από συγγραφείς -ανάμεσά τους κι η νεαρή τότε Βιρτζίνια Γουλφ- κι ακόμα στοιχειώνει το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό.
Το «μπούγκα-μπούγκα» πρωτοακούστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, σε μια από τις διασημότερες φάρσες όλων των εποχών

Τι είναι το «μπούγκα-μπούγκα»; Εντάξει, δεν διδάσκεται σε κάποια σχολή, αλλά είναι ένα είδος χορού που λάμβανε χώρα σε ντίσκο της βίλας των οργίων η οποία, τελικά, είχε πολλά facilities. Ο χορός γινόταν μετά τα δείπνα, αφού είναι γνωστή η ιστορία με τα νηστικά αρκούδια. Οι κοπέλες ήταν ημίγυμνες και ο Ιταλός πρωθυπουργός, όχι μόνο δεν τις προέτρεπε να ρίξουν κάτι επάνω τους για να μην τις πιάσουν τα λαιμά τους, αλλά τις θώπευε στα πιο ιδιαίτερα σημεία του σώματός τους. Πώς κάνουν οι νοικοκυρές για να δουν αν έχει ψηθεί το κρέας; Αυτό. Στη συνέχεια, ο «καβαλιέρε» διάλεγε με ποιες - «καλοψημένες» - κοπέλες ήθελε να περάσει την υπόλοιπη νύχτα, προσφέροντας, σε αντάλλαγμα, συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, η λεγόμενη και «ταρίφα».
Πηγή εδώ

Κατ' επέκταση η φράση "κολλάει" σε παρεμφερείς, γαμάουα δραστηριότητες, αλλά και πρόσωπα που διακρίνονται για το γαμώ και δέρνω ταμπεραμέντο τους.

  1. Κρίμα πάντως που δεν πρόλαβε ο Μπερλουσκόνι ν' αγοράσει το ελληνικό νησί. Νάχουμε τα μπούγκα-μπούγκα μές στα πόδια μας. (εδώ)

  2. Μεγαλώνει η αγωνία γιά την συμφωνία! Πρώτα μπουγκα μπούγκα κ μετά θάνατος ή κατευθείαν θάνατος; (εδώ)

  3. Αθώος ο Στρος Καν για τα πάρτι, αναμένω ν ανακοινωθεί τηλεγράφημα "μπούγκα μπούγκα, αδερφέ" από τον Μπερλουσκόνι (εδώ)

  4. Ο άντρας, ο μόρτης, ο μάγκας, ο ασίκης, ο καραμπουζουκλής, η καυλοπαγίδα, ο μπούγκα-μπούγκα μίλησε, αφού πρώτα συνομίλησε με τον “Νέστωρα” της Βουλής Απόστολο Κακλαμάνη (εδώ)

  5. Τι λέει λοιπόν ο Σαμαράς στην γυναίκα του όταν εκείνη τον ρωτάει για τις δηλώσεις του μπούγκα-μπούγκα Μειμαράκη του στυλ «δεν θα κλείσει το κανάλι της Βουλής»; (εδώ)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο βαρύμαγκας.
Προέρχεται από την υπερρεαλιστική και αρκούδως σλανγκική Ζαγωραία εκδοχή "Έντε λα μαγκέτε Bοτανίκ" (1975) του ρεμπέτικου "Ο μάγκας του Βοτανικού" (1933, 1η εκτέλεση Κασιμάτης)
Σπύρος Ζαγοραίος, Έντε λα μαγκέτε Bοτανίκ

♪♫ Έντε λα μαγκέ ντε Βοτανίκ,
άλα πι και φικ εξηγιέται
αλελεπτίκ.

Σταρ ντε μπουζουκέν
ντε καμπαρέν,
άλα ντε δικό μας ο καρέν.

Άντε α λα φουμέντο
και μαστουριόρε
με τε γκομενέτε ο ντεκέ
και οι αγγέλω πατημέντο,
φλόκο ντ' αργιλέ.

Έστε μάγκας, έστε μπελαλίκ,
λα ντε Βοτανικό ο πιό νταήκ
κι έντρεμεν
ντρε κάργα ντε μαγκέ
γιατί φτιαξάρε
στο μινούτο ντε δουλειέν. ♪♫

Ο ρέϊντζερ ντελαμαγκέν δεξιός τιμά τον Βελουχιώτηεδώ

  1. Καλούμε τον ντελαμαγκέν πρόεδρο του Ινστιτούτου Κωνσταντίνος Καραμανλής που αποτελεί τον άνδρα –φαντασίωση του Τάκη Ζαχαράτου να εξοφλήσει το χρέος προς το ΙΚΑ ακόμη και πληρώνοντας από την τσέπη του την οφειλή, όπως θα έκανε ο άντρας ο κιμπάρης, του Ζαχαράτου ο πυρετός … Άλλωστε δεν μπορεί να σπιλώνει και την ένδοξη ιστορία του ιδρυτή της παράταξης ... (εδώ)

  2. - Κυριάκος σε Ραχήλ: πήγαινε κανε πρώτα καμια φωτογράφιση και μετά έλα να μας πεις Μπουχαχαχα η Ραχήλ η μοντέλα
    - Πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος btw αυτοί στη ΝΔ πολύ ντελαμαγκέν έχουν γίνει τώρα που είναι αντιπολίτευση (εδώ)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ποδοσέλφι (foot selfie εις την αγγλοσαξωνικήν) είναι η σέλφι φωτογραφία των ποδιών. Έχει γίνει μόδα στην παραλία το καλοκαίρι (με περισσότερο μπούτι), αλλά μπορεί να βγει σε όλες τις περιστάσεις και εποχές. Είναι η πιο εύκολη σέλφι που μπορεί να βγάλει κανείς, εκτός και αν αντί να βγάζει τα πόδια του, βγάζει ΜΕ τα πόδια του (ναι, στην Κίνα το κατάφεραν και αυτό).

(beeroas) "γιατί να κάνω παιδιά? για να τα φέρω σε ένα κόσμο με ποδοσελφι?"

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

κομπλέξω, κόμπλεξε

"Ου μπλέξω με κομπλέξο..." (εδώ)
Αν έχεις κόμπλεξε (=κόμπλεξ), δηλαδή συμπλέγματα, τότε είσαι κομπλεξάρα, κομπλεξω/κομπλέξο, κομπλέξας, κόμπλεξος.

κομπλέξω


  1. -Να θυμίσουμε στους επίδοξους φλωροΟΠΛΑτζήδες, πως μετά τον Μελιγαλά ήρθε ο Γράμμος. Οπότε, δεν το γυρνάτε στο ΕΑΜ ΕΛΑΣ ΚΑΙ ΜΠΕΜΠΑ ΜΠΛΑΝΣ;
    -ψοφα μωρη φουσκα απο σκατα λιλυ μαρλεν χουντικια τζεμις μποντ σιγα που σε φοβηθηκαμε μαλακισμενη αστερω λιποθυμη σαχλη κομπλεξω

  2. Κομπλεξω Γερμανίδα δημοσιογράφος. Μόλις της είπα griechenland παραλίγο να κλασει. Σα να ειπα απο το κωλοχωρι της πουτανας της μάνας της

  3. πιες κανα λέξο μωρη κομπλέξο και βγες και λίγο έξω (εδώ)

  4. ο άντρας που τρώει σκάλωμα γιατί κάποια στιγμή δεν του έκατσες, ξεπρνάει κ την πιο κομπλέξο γκόμενα.

κόμπλεξε (= κόμπλεξ)


  1. ομορφα ειναι πιο Χαλλλλαρα (οπως λενε κι εδω) κι ειναι καλλοι ανθρωποι γενικα. Αν ειχαν κ λιγοτερο κομπλεξε με την Αθηνα ... (εδώ)

  2. Η Λέντλε Τζουλινόβικα δεν έχει κανένα κόμπλεξε και τα πετάει όλα για το Playboy της πατρίδας της. Η Λετονή καλλονή αρέσκεται στα άγρια... γκάζια! (εδώ)

κομπλέξας (= κομπλεξικός)


  1. ωραίες οι συμβουλές που δίνετε για τις σχέσεις αν και παραμένετε φορ έβερ αλόουν κομπλέξες με ιντίμασι ίσιουζ

  2. Ο,τι ανεβάζω ειναι κλεμμένο πέρα απ τις πιπες μου. Πως σας φάνηκε; θα με κανετε ανφολο; κομπλέξες και καλα εσείς με τη φαιά ουσία του πεου.

  3. μαλάκες κομπλέξες 5 παρά το πρωί και ασχολείστε με πολιτικά, σαν κνίτες και "η επανάσταση δε μπεριμένει" κάνετε

  4. Αυτό που κάποιες το παίζετε χοντρές ενώ δεν είστε, για να σας λέμε συνέχεια πως είστε μια χαρά, σας δείχνει τέρμα κομπλέξες να ξέρετε.

  5. κ δεν φτάνει που είστε κομπλέξες του κερατά κ το παίζετε κ καμπόσοι, βρήκατε κ το πιο άκυρο μέσο να λέτε τις μαλακίες σας. το τουίτερ.

  6. Και για να μην ξεχνάτε πριν κρίνετε μερικοί οι γαύροι είναι τόσο κομπλέξες που έχουν στήσει μέχρι και το γυναικείο βόλλευ και μπάσκετ #paobc

  7. Ποιος να κράζει; Οι κομπλέξες εδώ μέσα; Κλάϊν Μάϊν

κομπλεξάρα


  1. - Όλες θέλουν ο άλλος να τον έχει μεγάλο, χοντρό, όμορφο, σκληρό και δεν κοιτάνε που το μουνί τους είναι σα μελιτζάνα παπουτσάκι που άρπαξε.
    - Ρε φιλε μονο ενας κομπλεξικος, τελειωμενος μισογυνης θα σκεφτοταν κατι τετοιο, για ψαξτο λιγακι
    - μια ανοργασμικη κομπλεξαρα με αποτετοιο μπαμια ειναι αγαπη μου γαμησετονα μωρε

  2. Σιγά μωρε κομπλεξάρα γειτόνισσα, τι μου κλείνεις τις κουρτίνες; Επειδη δλδ βγάλαμε το τηλεσκόπιο στο μπαλκόνι;;

-Δες περίπτωση Βαρουφάκη που τους ενοχλεί ακόμη και το ότι έχει αυτοπεποίθηση και το δείχνει. Τόσο κομπλεξάρες!

κόμπλεξος


-Συμφωνω...και παντα θα υπαρχουν οι κομπλεξοι σε πολλες μορφες. αλλα ..ο καθενας τελικα κοιταει την δικη του μαχη κριμα παντως (εδώ)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο λαθρέμπορος. Ο όρος αναφέρονταν κυρίως σ' αυτούς που έκαναν λαθρεμπόριο δια θαλάσσης. Ο αντίστοιχος όρος για την ξηρά ήταν κατσιρματζής ή κατιρματζής. Η ακμή των κοντραμπατζήδων είναι από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή, αν και κάποιοι συνέχισαν και αργότερα σε περιορισμένη κλίμακα. Οι κοντραμπατζήδες είχαν δικό τους "κώδικα τιμής" (π.χ. έκαναν αγαθοεργίες, απέδιδαν δικαιοσύνη υποστηρίζοντας τους αδυνάτους) και είχαν γίνει ένα είδος λαϊκών ηρώων.

Ο κοντραμπατζής-κι αυτός λαθρέμπορος- ο μυτιληνιός κι αϊβαλιώτης, είναι η απόλυτη λεβεντιά, όπως την οραματίζεται ο αγνός μας λαός, παρουσιασμένη από έναν άνθρωπο. Λεβεντιά στο κορμί, λεβεντιά στο ψυχή, λεβεντιά στη καρδιά. Είχε βέβαια σκοπό το κέρδος. Μα μαζί μ' αυτό πιο πολύ τον ξεσήκωνε η ιδέα πως μεταφέροντας απ' το λεύτερο ελληνικό κράτος και πουλώντας κρυφά τα καπνά, το μπαρούτι και τα πολεμικά τουφέκια-τίποτα άλλο- έδειχνε τη σωματική του αξιοσύνη αλλά και την παλικαριά να αψηφά τους ζαπτιέδες και τους κολτζήδες. Από εδώ

Ο Ηλίας Βενέζης στην "Αιολική Γη"τους περιγράφει έτσι:

"Ήταν θεοπάλαβα, χαμένα κορμιά. Μέσα τους έκαιγε ένας δαίμονας, το πάθος για το αίμα και για τον κίνδυνο. ...ποτές κανένας κοντραμπατζής δε φύλαγε το χρυσάφι...Το σκορπούσαν σε γλέντια, το ξόδευαν σε γυναίκες, το μοίραζαν σε φτωχές νοικοκυρές."

Συνώνυμο: κοντραμπαντιέρης

Ετυμολογία (από Μιτζνούρ): κοντραμπάντο < ιταλ. contrabbando < ιταλ. contrabando από contra- αντι- και bando απαγόρευση. bando < υστερολατιν. bannum < φράγκικο ban = απαγόρευση, < υστερογερμανικο *bannan δηλώνω, διατάζω, απαγορεύω < πρωτογερμ. bannen αποκλείω, απαγορεύω, πιθ. πρωτογενής σημασία μιλάω δημόσια, < πρωτο-ιαφεθιτικό μορφημα *bha- μιλάω. Κι εξ αυτού, φημί και φήμη, από εδώ.

Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το τραγούδι "Κοντραμπατζήδες" του Κώστα Ρούκουνα, αγαπημένο τραγούδι του παππού μου, του καπτα-Μήτσου, που έκανε αυτή τη δουλειά στα νιάτα του.

Κοντραμπατζήδες

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Βαπόρι, ή παπόρι < ιταλ, vapore (ατμός και ατμόπλοιο) είναι το ατμόπλοιο, γενικά το μηχανοκίνητο πλοίο, (όχι το ιστιοφόρο που είναι καράβι).

Αλουές (άγνωστου -για μένα- ετύμου . Εικασία: αγγλ. alley = δρομίσκος) ο διάδρομος του πλοίου μέσα στο κομοδέσιο αλλά και στα ξύλινα ο περιφερειακός του καταστρώματος.

Λαγουμάνος παραφθαρμένος τύπος του λαβομάνο (ιταλ. lavamano < lavare - πλένω + mano - χέρι )= νιπτήρας.

Κουραδόρος (Tween deck) ή Υπόφραγμα (από το corridor = διάδρομος;;) Είναι ένα «ενδιάμεσο κατάστρωμα» το οποίο μπορεί να είναι μόνιμο (ακίνητο) ή μετακινούμενο, σε κάποια συγκεκριμένη όμως θέση. Κουραδόροι υπάρχουν μέσα στα αμπάρια αρκετών φορτηγών πλοίων και είναι ένα δεύτερο (ενδιάμεσο) κατάστρωμα κάτω από το «κύριο» κατάστρωμα, χωρίζοντας έτσι το αμπάρι σε χωριστά τμήματα, κατά ύψος. Ο χώρος κάτω από το υπόφραγμα λέγεται κατάμπαρο (Lower Hold) και ο χώρος πάνω από το υπόφραγμα λέγεται απλά κουραδόρος (Tween deck). Είδος κουραδόρου βλέπομε στο γκαράζ των επιβατηγών όπου μια ράμπα κατεβαίνει για να φορτώσει ΙΧ αυτοκίνητα στον «πάνω όροφο».

λεζάντα εικόνας

Κουβούσι είναι το πλαίσιο γύρω από το άνοιγμα του αμπαριού, το οποίο είναι υπερυψωμένο για την αποφυγή εισροής υδάτων.

Όκια (άγνωστου -για μένα- ετύμου) είναι οι τρύπες στην δεξιά & αριστερή μάσκα της πλώρης, απ' όπου περνάνε οι καδένες από τις άγκυρες, επίσης όκια βρίσκονται και σε άλλα σημεία του πλοίου απ' όπου περνάνε οι κάβοι.

-Τονε βλέπεις το χοντρό με το μουσάκι; Είναι ένας κουραδόρος περιωπής…

- Κουραδόρος;; Άσχετε! Άναυτε!

- Μα τι είπα πάλι και φωνάζεις;

Ο θερμαστής - 1934

Στίχοι - Μουσική: Γιώργος Μπάτης

Μηχανικός στη μηχανή / και ναύτης στο τιμόνι / κι ο θερμαστής στο στόκολο / μ’ έξι φωτιές μαλώνει.

Αγάντα θερμαστάκι μου, / και ρίχνε τις φτυαριές σου / μέσα στο καζανάκι σου / να φτιάξουν οι φωτιές σου.

Να προσθέσω μια στροφή που έβαζαν ανάμεσα στην δεύτερη και την τρίτη και δεν υπάρχει στην ηχογράφηση.

Τι να σου κάνω πρώτε μου / δεν είναι από τα μένα / που 'ναι τα κάρβουνα ψιλά / τα τούμπα βουλωμένα.

Κάργα ρασκέτα, ωχ, και λοστό / το Μπέι να περάσω / και μες του Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν’ αράξω.

Μα η φωτιά είναι φωτιά, / μα η φωτιά είναι λαύρα / κι η θάλασσα μου τα 'κανε / τα σωθικά μου μαύρα.

Ο Θερμαστής ανήκει στο κατώτερο ‘’πλήρωμα μηχανής’’ του πλοίου. Είναι ο επιφορτισμένος με το άναμμα του ατμολέβητα και τη παρακολούθησή του. Γενικά με τον αυτό όρο φέρονται και οι επιφορτισμένοι αντίστοιχα σε εργοστασιακούς χώρους, σιδηροδρόμους (παλαιότερα) κ.α.

Στόκολο (στα αγγλικά stokehold, ή fire-room, ή boiler-room) Λεβητοστάσιο πλοίου, είναι το ιδιαίτερο διαμέρισμα του πλοίου (τώρα τμήμα του μηχανοστάσιου) μέσα στο οποίο εγκαθίσταται ο ατμολέβητας με τα αναγκαία για τη λειτουργία του μηχανήματα και συσκευές. Στα πλοία με κινητήρες εξωτερικής καύσης (κάρβουνο), στόκολο είναι το διαμέρισμα του πλοίου με τα καζάνια και τους φούρνους.

Οι φωτιές είναι έξη, όσα και τα καζάνια των ατμόπλοιων. (κι όχι «με τσι φωτιές»)

Τα ψιλά κάρβουνα έπαιρναν αμέσως αλλά έβγαζαν κάπνα και σκόνη (άκαφτος άνθρακας και ιπτάμενες τέφρες) που έφραζαν τα τούμπα και δεν είχαν διάρκεια.

Τούμπο (το) (αγγλ. Tube) είναι ο σωλήνας μεταφοράς (αερίων, υγρών, τροφίμων κλπ).

Ρασκέτα, λοστός και φτυάρι είναι εργαλεία των θερμαστών.

Ρασκέτα (ισπαν. rasqueta, ιταλ raschietto= ξέστρο, εργαλείο ξυσίματος raschiettare = αποξέω) είναι η ξύστρα σαν τσουγκράνα που οι θερμαστές έξυναν και καθάριζαν τις σκάρες που τροφοδοτούσαν με κάρβουνο τα καζάνια στα ατμοκίνητα πλοία.

Το Μπέι - ο Μπέης (αγγ. bay = κόλπος) είναι ο Βισκαϊκός Κόλπος (bay of Biscay), που ορίζεται δυτικά από τον Ατλαντικό Ωκεανό, νότια από Πορτογαλία και Ισπανία και ανατολικά και βόρεια από τη Γαλλία. Βγαίνοντας από τη Μεσόγειο από το Γιβραλτάρ και κατευθυνόμενος προς το Κάρντιφ της Ουαλλίας, περνάει το Βισκαϊκό Κόλπο (δεξιά του) ο οποίος έχει συχνά τρικυμία (από την πάντα) και χρειάζεται οι μηχανές να είναι στο φουλ.

Το ατμόπλοιο "Ιωνία" με το οποίο ταξίδευε ο Νίκος Καββαδίας στις αρχές της δεκαετίας του '50.

Πατά ένα φτέρνισμα-έκρηξη και ξεκολλά μια χλέπα πάνω στο χέρι του να κρέμεται πράσινη, πηχτή και απειλητική. Κι ενώ όλοι αποστρέφονταν με αηδία, αυτος με δακρυσμένη ικανοποίηση: « Εξεφράξανε τα τούμπα ». Φαντάσου να μην προλάβαινε να βάλει και το χέρι του…

Φιλική συμμετοχή Donmhtsos

Δεν συμμετέχει ο Γιώργος Νταλάρας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία