Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Ο χιτλερικός, ο νεοναζί, ο εθνικόφρων οπαδός του εθνικοσοσιαλισμού/ναζισμού. Ο άνθρωπος που υιοθετεί πιστά τις εγκληματικές ανοησίες που έλεγε, έγραφε και έκανε ο Χίτλερ και οι όμοιοι του.

Μεταξύ άλλων και από εδώ:

...χιτλερόψυχοι...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Εκδήλωση θαυμασμού και φθόνου

-φέτος πέρασα μόνο ένα μάθημα
-εγώ πέρασα ότι μου είχε μείνει, παίρνω πτυχίο.
-για τον πούτσο...
-τι για τον πούτσο ρε μαλάκα;
-για τον πούτσο γαμάτο

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αμφίσημη έννοια. Κανονικά, και σύμφωνα με την κατάληξη της λέξης, θα έπρεπε να σημαίνει εκείνον τον ντεμέκ ακροβάτη, που περπατάει, όχι με τα πόδια, αλλά με τα χέρια, δηλαδή ανάποδα, με το κεφάλι προς τα κάτω και με τα πόδια ψηλά, ακουμπώντας τις χούφτες του στο έδαφος, τον χειροβάτη. Όπως ακριβώς συμβαίνει ετυμολογικά και με τον πτερνοβάτη, το άτομο εκείνο που πάσχει απο πτερνοποδία. Η δεύτερη έννοια, που έχει κάποια σχέση με την πρώτη, έχει να κάνει με την κατάληξη -βάτης που παραπέμπει στο βάτεμα (βλ. κτηνοβάτης) στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, στο βάτεμα της χούφτας, της ίδιας του της χούφτας, δηλαδή αναφερόμαστε στον κυριολεκτικό μαλάκα. Επειδή όμως ο κάθε μαλάκας είναι και λίγο ανάποδος, με την έννοια πως δεν περπατάει στη ζωή όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι (μετά απο κάποια ηλικία) με τα πόδια, αλλά κάνει άσκοπες και ντεμέκικες ακροβασίες λογικής, που αν και δύσκολες, ωστόσο δεν εντυπωσιάζουν, και επειδή είναι και λίγο ανάπηρος στον εγκέφαλο σαν τους πάσχοντες απο πτερνοποδία, λέγοντας σε κάποιον "Είσαι χουφτοβάτης" είναι σαν να του λέμε πως είναι ντεμέκικος, ανάποδος, αμεαϊκός και μαλάκας ταυτόχρονα.

Τελικά, είσαι μεγάλος χουφτοβάτης!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Χαρακτηρισμός για τους δεξιούς στο ελληνικό γεωγραφικό διαμέρισμα της Μακεδονίας. Μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα (τουλάχιστον) το άκουγες από στόματα αριστερών και πασοκατζίδων για τους νεοδημοκράτες, νωρίτερα για τους ερετζίδες και λοιπούς δεξιούς της εποχής.

Ετυμολογείται από το σλαβομακεδόνικο/βουλγάρικο Охрана που σημαίνει "προστασία".

Στο Β'ΠΠ στη Βόρεια Ελλάδα έλεγαν επισήμως Οχράνα τα ένοπλα τμήματα δεξιών σλαβόφωνων Ελλήνων που τάχτηκαν υπέρ της Βουλγαρίας. Επειδή όμως η ελληνική δεξιά τα είχε συνήθως καλά με τους καταχτητές και είχε τη τάση συνεργασίας με αυτούς, αλλά και με τους Βούλγαρους και Έλληνες σλαβόφωνους φασίστες στην κατοχή, οι βορειοελλαδίτες έβγαλαν τους Έλληνες δεξιούς οχράνες. Δεν συσχετίζεται με τη ρωσσική Οχράνα των Τσάρων. Δεν γνωρίζω αν πλέον χαρακτηρίζουν έτσι και τα ναζίδια.

-Κουπούκι, οχράνα, δραμινέ θα σι πιτάξω τη τσάσκα στο κιφάλι άμα ξαναπείς τέτοια για τον Αντρέα (σ.σ. Αντρέα Παπανδρέου), άιντε από 'δω παλιοκουπούκι ακάθαρμα...

:S

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τσιόκος = Το πέος

Παράδειγμα: Τι θα μκάνς ρε; Θα μου αποφτώϊς τον τσιόκο μου!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ούμπαλα

Παράδειγμα: Ακου να σου πω μας έπρηξες τα ούμπαλα με τις βλακείες σου συνεχώς. Αει σιχτίρ !

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Πρηξαρχιδισμος η αλλιως Πρηξορχηδισμος ειναι η διαδικασια κατα την οποια καποιος σε πρηζει με πραγματα που δεν σε ενδιαφερουν η σου ανεφερετε σε ενα περιστατικο συνεχως.

Παράδειγμα εδώ -Δεν σταματαει να λεει τα δικα του αυτος... -Κλασσικος πρηξαρχιδισμος του Κωστα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο τύπος/η τύπισσα που καβατζώνει αναπτήρες.

Συνήθως, η λέξη χρησιμοποιείται σε θηλυκό γένος, δηλ. καβατζόπουστα.

Η διαδικασία καβατζώματος αναπτήρα είναι στάνταρ και είναι η εξής: αράζετε μαζί και κάνετε τσιγάρο, αυτός/ή ψάχνεται και δεν βρίσκει πάνω του φωτιά, ζητάει αναπτήρα, του/της δίνεις, ανάβει το τσιγάρο και, με γρήγορες κινήσεις, βάζει το χέρι του/της στην τσέπη. Αυτό ήταν, αποχαιρέτα τον αναπτήρα σου για πάντα.

Σε περίπτωση που ζητήσεις τον αναπτήρα σου πίσω, ο καβατζόπουσταςκαβατζόπουστα θα κάνει ότι δεν ξέρει τίποτα. Μάλιστα, ίσως σε προκαλέσει να τον/την ψάξεις κιόλας, αφού πρώτα επικαλεστεί τα θεία και ορκιστεί στη μάνα του/της.

- Ρε μαλάκα, που είναι ο αναπτήρας μου; Στον χέρι μου τον είχα πριν ένα λεπτό.
- Κι εγώ που θες να ξέρω, μωρέ μαλάκα;
- Ρε, τον καβατζώσες;
- Όχι ρε βλάκα, πας καλά; Στο ορκίζομαι. Ψάξ' τις τσέπες μου.
- Εσύ τον πήρες μωρή καβατζόπουστα; Δώσ' τον μου πίσω, δεν έχω άλλον.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Να εκεί οι φακλάνες στήσαν φακλανοπήγαδο

ο όρος εντοπίζεται ήδη από τον 11ο αιώνα (προφανώς είναι αρκετά αρχαιότερος καθώς από το κείμενο φαίνεται ότι η καθομιλουμένη σατιρική γλώσσα ήταν πλήρως εξοικοιωμένη με τον όρο), και συνδέεται με το βυζαντινό ''φακλήν'', που το λεξικό Γουδία ερμηνεύει ως ''καλώς φαίνειν΄΄, όπως το φατλήν ως ''τηλόθεν φαίνειν''. άρα το φακλήν αφορά την κοκκέτα, τη γυναίκα (αλλά και άνδρα όπως θα δούμε) που ήθελε να φαίνεται όμορφη , ίσως με την έννοια της ματαιοδοξίας. Όντως, στην ''Ακολουθία του Σπανού'' αναφέρεται σατιρίζοντας :

''Σπανὲ πονηρὲ καὶ καρδία σατανᾶ καὶ λύκου γνώμη, τὰς τρεῖς σου τρίχας, ταπεινέ, ἃς ἔχῃς εἰς τὸ πιγούνιν ἀπὸ κακὴν ῥοπὴ τοῦ κώλου μας, σπανὲ ἀναχεσομούσουδε καὶ φακλανοπορδοτσουφάτε''

και αλλού πάλι,

''ἔτι δὲ καὶ ἀβγοπίγουνος καὶ κολοκυνθοκέφαλος καὶ μυρμηγκοσφόνδυλος καὶ δρεπανόραχος, ἀναχεσομύτης τε καὶ φακλανάτος, μᾶλλον δὲ καὶ εἰς τὸν κῶλον στυφάτος, ὄνομα δὲ τούτῳ ἦν Φατσιρλέας, ὁ υἱὸς τοῦ Φάσκατα,''

και το εκπληκτικό

''Στυφάτος εἰς τὸν κῶλον, βιλλάτος, φακλανάτος, σπανὸς τραγοσκελάτος.''

και αφού έχει ρίξει τις ''ευχές'' του (το έργο είναι γραμμένο με βάση την εκκλησιαστική ακολουθία με πλάγιο ήχο κτλ) , αναφέρει:

''Ἡμεῖς, ὅ τε παπὰ–Φιλίσκος ἀπὸ τοὺς Φιλίππους ἔτι δὲ καὶ <ἡ> κυρὰ Κουμμερτικίνα ἡ Κατσικοπορδοὺ ἀπὸ τὴν Ἀσφάμιαν, παπαδία του, παραδίδομεν εἰς τὸν γαμβρὸν ἡμῶν κὺρ Λέοντα τὸν Κατσαρέλην ἀπὸ τὴν Πέργαμον τὴν γνήσιαν ἡμῶν καὶ φιλτάτην θυγατέρα ὀνόματι Φακλάνα''

και ορίστε και ο επίλογος του σατιρικού αυτού ποιήματος, άγνωστο σε πολλούς Έλληνες :

''Σαββάτον σαββατώνω τον, σκάπτω λάκκον, βάνω τον, κατουρῶ καὶ ἀλείφω τον, χέζω καὶ θυμιάζω τον, Τρία ξυλοκέρατα εἰς τὸν τάφον σου. Ἐγὼ παπάς, εἰς τὰς εἴκοσι ἐννέα τοῦ Φακλανοῦ μηνὸς κάμνω σε μνημόσκυλον, φέρνω παπὰ γύφτικον, ψάλλει, θυμιάζω τον τὴν πορδήν μας λίβανον, σκατὰ εἰς τὸν τάφον του καὶ πηλὰ εἰς τὰ γένια του. Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Τέλος.''

(Προσαρμογή από διαδικτυακό σχόλιο του Πάνου Λιούκα)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Το μουνί της μάνας σου. Από το ταυτόσημο τουρκ. ananın amı, συντομευμένη εκδοχή του ananın amına koyayım = να βάλω (το ευκόλως εννοούμενο) εκεί που προείπα, μην επαναλαμβανόμαστε τώρα.

Η αλήθεια είναι πως δεν το έχω ακούσει σε φυσικώς ρέοντα υβριστικό λόγο, βρίσκω όμως δύο διαδικτυακά ίχνη. Στο παρατιθέμενο λογοτεχνικό παράδειγμα η έκφραση είναι στο στόμα Τούρκου, όσο να 'ναι όμως γίνεται φανερή η εξοικείωση και ημών των Ελλήνων με τις λεκτικές αβρότητες των γειτόνων.

θα λαβεις και εσυ οτι σου αξιζει μην ανυσηχεις νεοραγια ανανιναμου!

ανανιναμου ρε κορακα

(από το ιντερνέτι που λέγαμε)

- Αυτός ο πούστης γαμιέται! Κι εσύ!...Ε, Τούρκε!...Τούρκοι κι Έλληνες φίκι φίκι, ε?

Ο άλλος τινάζει το κεφάλι έτοιμος να δαγκάσει.

- Ανανίναμου!...

- Τι ήταν αυτό πάλι?

- Τίποτα. Της μάνας σου το μουνί είπε...

Αντώνης Σουρούνης Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου, εκδ. Καστανιώτη.

Εδώ βλέπουμε το ananinamu σε διεθνή καριέρα, ως διαδικτυακό νικνέιμ. Προσωπική μου άποψη είναι πως έχει παραγίνει το κακό με τον κάθε αλήτη που διαλέγει ένα υβριστικό ψευδώνυμο για να εμφανιστεί στα ιντερνέτια. Κάποτε θα πρέπει να μπει ένα τέλος σε αυτή τη χυδαιότητα, ξεκάθαρα πράματα. Το γράφω ευθαρσώς και το υπογράφω με το όνομά μου, εδώ από κάτω, στα δεξιά.

Γαμώ το μουνί της μάνας σου Φενέρμπαχτσέ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία