Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Είναι μια ακόμα λέξη για να χαρακτηρίσουμε το πόσο μεθυσμένος η μαστουρωμενος είναι κάποιος.

- φίλε ήπια δύο τσιγάρα και είμαι ζάντα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ακριβές συνώνυμο της Λέζα

- Άντε ρε θα βγούμε καθόλου απ' το σπίτι; Μέσ'τη μπέχρα είμαι σήμερα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η κατάσταση υπερβολικής βαρεμάρας κατά την οποία το άτομο δεν έχει καμία ικανότητα δραστηριοποίησης.

- Τι γίνεται ρε πως περνάς τελευταία;

- Άσε ρε μεσ'την λέζα είμαι όλη μέρα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η έκφραση "close, but no cigar" ελληνιστί, σε ελεύθερη απόδοση. Σημαίνει πολύ καλή προσπάθεια όμως όχι απόλυτη επιτυχία. Τα σιγαρέτα "Δελφοί", μέσα στη χρυσή τους κασετίνα, αφενός θα αντικαθιστούσαν τα αμερικάνικα πούρα σε μια σκηνή ταινίας εποχής στη ψωροκώσταινα, αφετέρου προσθέτουν τη μυθιστορηματική συνειρμική προέκταση Δελφοί-ομφαλός της γης, τουτέστιν κέντρο, διάνα, ταυρομάτι κτλπ.
Σημειώνεται ότι η φράση μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάλλιστα ως αντιδάνειο στα αγγλικά "close, but no Delphi" , μια σπάνια μιγάδα με δυνητικά εξαιρετικές επιδόσεις στο σλανγκόμετρο.

-Πώς πάει το οβιδοβόλο Παπαδόπουλε;
-Αρκετά κοντά, στρατηγέ, αλλά όχι Δελφοί...Έχει πετσικάρει ο τετράντας.

-Smith, how's the howitzer doing?
-Close, colonel, but no Delphi...Έχει πετσικάρει ο τετράντας.

Δελφοίκοντά, αλλά όχι Δελφοί

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

άλλα αντί άλλων, τρέχα γύρευε

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

για αυτούς που νομίζουνε πως κάνανε κάτι σπουδαίο

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

τώρα τρέχα γύρευε, άντε τώρα να βγάλεις άκρη, σκατοκατάσταση

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ένα κράμα δυσάρεστου, άσχημου, αμήχανου, ανεπιθύμητου και περίεργου συναισθήματος, προσώπου ή κατάστασης. Παρόμοιο με το κρίντζ.(cringe)

Εμπνευσμένο από τη κ. Κατέλη στο 0:25

Έφτιαξα ένα κέικ για πρώτη φορά. Βγήκε πολύ πνίκει.

Ήπιε πολύ χθές βράδυ και ηταν εντελώς πνίκει.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

[γamáo] και γαμώ, ρήμα μεταβατικό

Χρησιμοποιείται μεταφορικά όταν οι ενέργειες κάποιου οδηγούν στην απόλυτη καταστροφή μίας κατάστασης ή ενός αντικειμένου. Εδώ το ρήμα γαμάω έχει απεκδυθεί της απόλαυσης ή της κυριαρχικής του φύσης και αποδίδει αποκλειστικά την καταστροφή. Λαϊκότερα αποδίδεται με το ρήμα Ξεκωλιάζω ενώ υπάρχει και ο υπερθετικός τύπος Απογαμάω. Χρησιμοποιείται συχνότερα στον αόριστο, για να τονίσει τη διάρκεια που έχει το γεγονός μέχρι το παρόν.

Μετά το τελευταίο σέρβις, το αυτοκίνητο γαμήθηκε

Μην ανεβάζεις τη θερμοκρασία στο μάτι, γαμάς το φαγητό

Με την τελευταία κυβέρνηση, η οικονομία γαμήθηκε.

Με τόση πίεση που δέχτηκε, το παιδάκι γαμήθηκε εντελώς (εδώ αμετάβατο)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία