Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Λογοπαικτικός νεοαρχαϊσμός αναφερόμενος σε άτομο το οποίο είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα με εμβριθείς γνώσεις (ειδήμων), αλλά σε υπερθετικό βαθμό (αρχί-) μιάς και έχει πανυπερκαρατεραμπάιτ-αποψάρες επι παντός επιστητού, κινουμένου, πετουμένου, ερπομένου, αναρριχωμένου και κωλογαμημένου πράγματος απάσης της οικουμένης, του σύμπαντος κόσμου συν των παραλλήλων συμπάντων, πασών των Ρωσιών, της Εξαρχίας της Βουλγαρίας και της Πλατείας Εξαρχείων. Είναι ο κλασσικός ξερόλας, ο φωτεινός παντογνώστης, ο απόλυτος πανεπιστήμονας. Και επειδή ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να υπάρχει, πρόκειται στην ουσία για ένα κοινοτυπικό αρχίδι, για τον συμπαθέστατο αρχιμαλάκα της διπλανής πόρτας που είναι κρυμμένος σαν τα πόκεμον. Στην ουσία δε πρόκειται και γι ένα απο αυτά, το πιο διαδεδομενο και ταυτόχρονα πιο δυσεύρετο, το αρδίχι-μον.

-Τελευταία μου πονάει πολύ το πόδι, ρε φίλε.

-Μάλλον έχεις θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα των άκρων.

-Μεγάλε αρχειδήμονα! Πως το είπες αυτό ρε συ;!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Μία μεταφυσική οντότητα με σαφή κλίση στον προγραμματισμό λογισμικού. Συνηθίζει να επαναλαμβάνει τις ίδιες ερωτήσεις, όσες φορές κι αν απαντηθούν, με αποτέλεσμα να υποπίπτει πάντα στα ίδια λάθη. Έχει παρατηρηθεί πανομοιότυπη συμπεριφορά σε πολλούς νέους προγραμματιστές, οδηγώντας την επιστημονική και θρησκευτική κοινότητα στο συμπέρασμα πως πρόκειται για την ίδια οντότητα, η οποία έχει καταφέρει με κάποιον άγνωστο, μέχρι την στιγμή τούτης της συγγραφής, τρόπο να δημιουργήσει ενδεχομένως άπειρες εκφάνσεις της, πολλές φορές κατ' απαίτηση, δημιουργώντας έτσι ολόκληρους στρατούς από τζούνι-ο-ρα, έτοιμους να προγραμματίσουν κάκιστα το όποιο λογισμικό.

Άσε έχω ένα κεφάλι καζάνι από το πρωί. Είχα το τζούνι-ο-ρα να ρωτάει τα ίδια και δεν με άφησε σε ησυχία. Να πω ότι δεν του τα είχα ξαναπεί...

Δεν θα προλάβουμε με τίποτα το deadline. Μακάρι να μπορούσαμε να βρούμε γρήγορα κανά δυο τζούνι-ο-ρα να το γράψουμε όπως όπως... (2 αιτήσεις για την θέση junior εμφανίζονται άμεσα στο mailbox)

-Μαλέα μου τα 'χει σκίσει σημερα το τζούνι-ο-ρα μου...
-Γιατί ρε μαν?
-Άσε ρε, έχει ρωτήσει 7 φορές τι σημαίνει "ConfigureAwait(false)"...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αυτός που κερδίζει πολύ καλό εισόδημα. Αυτός που κουβαλάει πολλά μετρητά πάνω του.

Προκύπτει απο τον -πάντα υπερφουσκωμένο- πάκο χρημάτων που βγάζει ο υπάλληλος στο βενζινάδικο για να σου δώσει ρέστα. Ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον για επαγγέλματα του μεροκάματου, μουσικούς της νύχτας και γενικότερα σε περιπτώσεις όπου οι πληρωμές γίνονται σε μετρητά.

1

- Είδα το Θρασύβουλο τις προάλλες

- Έλα ρε μαν μου, τί κάνει ο έτσι, που παίζει τώρα ?

- Ασε, έπιασε δουλειά στα μπουζούκια...

- Α, κατάλαβα, βενζινάς ο δικός σου...

2

- Είχες κάνα νέο?

- Αν κλείσουμε τη δουλειά που σου έλεγα, θα γίνουμε βενζινάδες!! (με χαρακτηριστική χειρονομία χτύπημα τσέπης παντελονιού απ'εξω)

- πσσσσσ...!

3

-Τι λογαριασμό έκανε το 21?

- 1200 ευρώ

-Δεν πιστεύω να πλήρωσαν με κάρτα

-Οχι, τα έσκασε μετρητά ο μάν

- Ρε το βενζινά...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ξεκομμένος στρατιώτης, συνήθως φρουρός σε προκεχωρημένο φυλάκιο, αγγελιαφόρος κλπ που σβερκώνεται από τους οχτρούς με σκοπό την απόσπαση πληροφοριών.

Μαλερεζμάν δεν έχω το πρωτότυπο κείμενο του β' παραδείγματος για να δούμε την αντίστοιχη αγγλική ορολογία, και δεν έχω ιδέα κατά πόσον η προφανής εννοιολογική σύνδεση είναι ντόπια ή εισαγωγής.

Όταν τέλειωναν -πολύ γρήγορα- "τα πολιτικά", αρχίζανε οι ατέλειωτες διηγήσεις για μάχες [...] για την προσωπική παλικαριά [...] για τον Θεσσαλό ομαδάρχη που [...] αναποδογύρισε ολόκληρη διμοιρία του αντιπάλου. Ή για την μικρόσωμη λαζού αντάρτισσα που [...] περνά μόνη, ντυμένη γυναικεία, στα μετόπισθεν, "πιάνει γλώσσα" σε μιά πηγή κι οδηγεί στη βάση της έναν λοχία -κοτζάμ άντρακλα- του κυβερνητικού στρατού.

Θωμάς Δρίτσιος, Από τον Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά, εκδ. Δωρικός, 1983.

Οι λόχοι αναγνώρισης των σοβιετικών μεραρχιών έβγαιναν έξω κάθε βράδυ προσπαθώντας να αιχμαλωτίσουν όσο το δυνατόν περισσότερες "γλώσσες". Δύστυχοι φρουροί και στρατιώτες που μετέφεραν μερίδες συσσιτίου αιχμαλωτίζονταν και μεταφέρονταν πίσω από τις ρωσικές γραμμές για ανάκριση.

Antony Beevor, Στάλινγκραντ, εκδ. Γκοβόστη 2004.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Όρος που χαρακτηρίζει συνήθως γκόμενα κακοφτιαγμένης σωματικής διάπλασης όπου παραπέμπει αστραπιαία σε έκθεση/απορρόφηση τεραστίων ποσοτήτων ραδιενέργειας κατά το ατύχημα του Τσερνομπίλ το σωτήριον έτος 1986.

Εντούτοις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συνώνυμο της φλόμπας, σώρας, φακλάνας πεταμένης κτλ Δεν έχει παρατηρηθεί προς το παρόν αν υποσυνείδητα μαγνητίζεται από τη ραδιενέργεια αυτός ο ξεχωριστός πληθυσμός γυναικών, έστω και εικονικά υπό την μορφή ταινιών(Godzilla, Hulk κτλ)

- Γιώργο κοίτα το καινούργιο μου δαχτυλίδι στο πόδι! Δεν είναι τρομερό?!!

- Μωρή Τσερνομπιλιάρα πως στραβώνει έτσι το δάχτυλο σου, τώρα το είδα!

- Αγαμήσου Γιώργο...

Τυχαίο δείγμα ποδιού Τσερνομπιλιάρας απο την διάλεξη "Τσερνομπίλ: Ημουν και εγώ εκεί"

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο σιχαμερός αυτός τύπος, άχρηστος σα σακούλα με σκατά,
που πλασάρεται από τα ΜΜΕ ως αξιόλογος.

Συνώνυμο: "σκατοσακούλας (ο)".

Αλλάξε κανάλι σε παρακαλώ, δε μπορώ να βλέπω να παίρνουν πάλι συνεντευξη στον τζαμποσακούλα..
Άντε με τον κουράδα και τα κωλοκάναλα, να πούμε

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο πράττων τα πάντα προκειμένου να ρίξει γκόμενα θυσιάζοντας αξιοπρέπεια και άλλα ιδανικά. Η ονομασία του προέρχεται από την λέξη γλίτσα(= κολλώδης ή λιπαρή ακαθαρσία) . Κολλάει στις γκόμενες όπως η γλίτσα στο παπούτσι κάποιου σωτήρα ενός παγιδευμένου γατιού που μόλις έβγαλε από μια αποχέτευση. Ο γλίτζας ως ένας ανθρωπόμορφος γυμνοσάλιαγκας σέρνεται γύρω από τις γκόμενες και στο τέλος κολλάει σαν βδέλλα πάνω τους, επιστρατεύοντας κάθε μέσο προκειμένου επιτύχει το σκοπό του .

Μαθαίνει απέξω ατάκες, ανέκδοτα, κόλπα με τράπουλες και πολλά άλλα προκειμένου να εντυπωσιάσει την εκάστοτε γκόμενα.

Βούτυρο στο ψωμί του γλίτζα αποτελούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (φεισμπουκ, τουίτερ κλπ) καθώς η χρήση αυτών αυξάνει εκθετικά την γλοιώδη και αηδιαστική δράση του προς τις κοπέλες που τον ενδιαφέρουν. Επιπλέον τα επίπεδα μουνοδουλίασης ενός γλίτζα ξεπερνούν αυτά ενός συνηθισμένου μουνόδουλου .

Χαρακτηριστική συμπεριφορά ενός γλίτζα προς μια κοπέλα:

  1. Σπαμάρισμα σχολίων και λάικ στα μέσα δικτύωσης.
  2. Συνεχής επίδειξη κοινωνικών επιτευγμάτων (πχ μέλος συγκροτήματος,μέλος δεκαπενταμελούς κλπ).
  3. Τακτική αγορά δώρων ,χαρούμενες εκπλήξεις , πήγαινε-έλα της κοπέλας με πληρωμένο ταξί(από τον γλίτζα).

Παράγωγα του γλίτζα : γλιτζιάρης(ο τείνων να γίνει γλίτζας), γλίτζενα(η γκόμενα του γλίτζα αν υποκύψει)

-Γεια σου .. ωραία νύχια , ημιμόνιμο είναι ;
-Γεια , Ναι ! που το ξέρεις ?
-Το φαντάστηκα , έχει τα ίδια και η κοπέλα που παίζει στο συγκρότημα μου.

Ο γλίτζας της παραπάνω περίπτωσης έχει γκουγκλάρει για τα νύχια και το συνδύασε με την αναφορά προς το συγκρότημα του.

-Είμαστε στο μαγαζί εμείς .. με τι θα έρθεις τελικά ;
-Δεν ξέρω , αν και είναι κοντά, λογικά θα πάρω ταξί γιατί φοράω τακούνια.

Ο γλίτζας δανείζεται το αμάξι του κολλητού του, σκάσει έξω από το σπίτι της τύπισσας με μια σοκολάτα στο χέρι για έκπληξη.

-Καλά , πως και βγήκε η άλλη, είχε πει δεν είχε φράγκο.
-Θα την κεράσει λογικά ο άλλος ο βλάκας. Δυο μέρες τώρα πάνε πακέτο και μου είπε ότι της κερνάει τα πάντα.
-Πωωω τον γλίτζα. Αλλά καλό που...νάκι είναι και αυτή.

Ο γλίτζας αν ήτο pokemon O γλίτζας στην κυτταρική μορφή του

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συναντάται κατά τις βραδυνές εξόδους ως το μόνο αρσενικό ανάμεσα σε μια γυναικοπαρέα. Συνηθισμένη εικόνα ενός κακομοίρη που κυκλοφορεί δύο ή και περισσότερες κοπέλες για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς, ο ίδιος γουστάρει μία από αυτές αλλά ποτέ δεν έχει κάνει κίνηση και ούτε πρόκειται γιατί είναι φλώρος . Η αξιολύπητη παρουσία του και μόνο αποτελεί εμπόδιο στο να κάνει άλλος κίνηση.

Στην περίπτωση που κάποιος κάνει κίνηση σε παρέα με ξάδερφο:
Ένας ξάδερφος δεν είναι διατεθειμένος να αφήσει άλλο αρσενικό να κάνει κάτι, παρόλο που γνωρίζει ότι θα πάει χαράμι η γκόμενα με την πάρτη του, επιστρατεύοντας κάθε σιχαμένο μέσο προκειμένου να κάνει χαλάστρα. Σε ακραία περίπτωση είναι ικανός να το παίξει μέχρι και γκόμενος της κοπέλας, κάνοντας σκηνές ζηλοτυπίας προκειμένου να απωθήσει έναν ενδεχόμενο μνηστήρα !

Ο ξάδερφος στην καθημερινή του ζωή χαρακτηρίζεται συνήθως από έννοιες όπως φλώρος , καληνυχτάκιας , λούζερ και σπανιότερα ως αλεπούστης .

- Τι έγινε ρε με το ξανθό ,τι λέγατε ;
- Άστα ρε , χώνονταν ο ξάδερφος κάθε λίγο και δεν μας άφησε να σταυρώσουμε κουβέντα.

- Σκέφτομαι να χωθώ στην τύπισσα απέναντι .. της μιλάει όμως εκείνος ο φλώρος.
- Μη μασάς ρε , ξάδερφος θα 'ναι. Κόψε φάτσα .

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χαρακτηρισμός για τους δεξιούς στο ελληνικό γεωγραφικό διαμέρισμα της Μακεδονίας. Μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα (τουλάχιστον) το άκουγες από στόματα αριστερών και πασοκατζίδων για τους νεοδημοκράτες, νωρίτερα για τους ερετζίδες και λοιπούς δεξιούς της εποχής.

Ετυμολογείται από το σλαβομακεδόνικο/βουλγάρικο Охрана που σημαίνει "προστασία".

Στο Β'ΠΠ στη Βόρεια Ελλάδα έλεγαν επισήμως Οχράνα τα ένοπλα τμήματα δεξιών σλαβόφωνων Ελλήνων που τάχτηκαν υπέρ της Βουλγαρίας. Επειδή όμως η ελληνική δεξιά τα είχε συνήθως καλά με τους καταχτητές και είχε τη τάση συνεργασίας με αυτούς, αλλά και με τους Βούλγαρους και Έλληνες σλαβόφωνους φασίστες στην κατοχή, οι βορειοελλαδίτες έβγαλαν τους Έλληνες δεξιούς οχράνες. Δεν συσχετίζεται με τη ρωσσική Οχράνα των Τσάρων. Δεν γνωρίζω αν πλέον χαρακτηρίζουν έτσι και τα ναζίδια.

-Κουπούκι, οχράνα, δραμινέ θα σι πιτάξω τη τσάσκα στο κιφάλι άμα ξαναπείς τέτοια για τον Αντρέα (σ.σ. Αντρέα Παπανδρέου), άιντε από 'δω παλιοκουπούκι ακάθαρμα...

:S

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Λαϊκή έκφραση από τα mid00ies τουλάχιστο. Το λέμε για άνθρωπο που στη ζωή του για να ανεγερθεί κοινωνικά ή οικονομικά γλύφει/κολακεύει τους ανωτέρους του και παράλληλα λουφάρει αισχρά, δηλαδή είναι μόνο γλύψιμο φραπεδάκι και τσιγαριά (γιατί είναι και Νεοέλληνας). Ο όρος είναι αδόκιμος για το χαρακτηρισμό των απλών λουφαδόρων. Ο όρος είναι αποκλειστικά για τους λακέδες των προϊσταμένων και των διευθυντάδων που ολημερίς λουφάρουν και ρουφιανέυουν τους υπολοίπους και φυσικά και τους απλούς λαϊκούς λουφαδόρους που κατά βάθος όλοι αγαπάμε!

-Πίπα, φράπα και τσιγάρο όλη μέρα η "φίλη" σου η τσιγαρού Ζάχο, 2 λεπτά αράξαμε με το Σαμίρ και μας κάρφωσε στη προϊσταμένη η ρουφιάνα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε