Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Αυτή η μπιτσικιά νομίζει ότι αν φοράει τζιν με σκισιματα και κάνει contouring, θα τραβήξει την προσοχή όλου του σχολείου.

Προέρχεται από συνδυασμό των λέξεων 'βασικιά' και 'μπιτς'(αγγλικά bitch). Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την κοπέλα που ντύνεται και συμπεριφέρεται όπως επιτάσσει η μάζα (basic), αλλά με πιο προκλητικό κάπως τρόπο (bitch) , ώστε να γίνεται το επίκεντρο της προσοχής.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Αυτός που είναι μεν καυλωμένος αλλά λόγω έλλειψης ερωτικής συντρόφου το ρίχνει στη μαλακία. Κατ' επέκταση δηλώνει τον άντρα που δεν έχει σχέση για μεγάλο διάστημα. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον μαλακοκαύλη (μαλακοκαύλης)

Ο Γιάννης έχει να βγει ραντεβού με γυναίκα πάνω από δυο χρόνια. Καυλομαλάκας κατάντησε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Βασικά είναι o εντελώς αφρόντιστος, ατημέλητος. Όμως με την εξασύλλαβη έμμετρη σύνθετη αυτή λέξη, που τη λες και γεμίζει το στόμα σου, περιγράφεται-χαρακτηρίζεται γλαφυρά, χορταστικά, έντονα απαξιωτικά και με έμφαση και ο τιποτένιος, ο κουρελής, ο κακομοίρης, ο αποτυχημένος, ο περιθωριακός, ο προβληματικός κλπ.

2 μόρτισσες συζητούν:- Τι να σου λέω φιλενάδα? πήγα τις προάλλες στον χορό που λέγαμε, μπας και βρω κάναν άντρα της προκοπής, αλλά μόνο κάτι ξεπαρταλιασμένοι ήσαν εκεί.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

ο παραμυθάς για αυτό που λέει ότι είναι

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

κάποιος με παχιά χαρακτηριστικά προσώπου και πομπώδη τρόπο ομιλίας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

ο χοντροκώλης, αυτός που περπατάει σαν συγκαμμένος

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Παράδειγμα εδώ

Ο χαζοβιόλης, αυτός που λέει χαζομάρες

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Την είπε πάλι τη βλακεία του ο μπουρούφλης

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο δυνατός, ο ισχυρός στην αρχαία ελληνική. Στον μοδέρνο κόσμο, χρησιμοποιείται εις την σλανγκικήν καταχρηστικά, ως επίθετο ή και ως επιφώνημα, σε τετριμμένες περιπτώσεις, όπου αναδίδει μια ντελικάτη εσάνς γαλλο-φερμένης αργκό, μαζί με το αυστηρό του κλασικού χαρακτήρα.


1.
-Ψιτ, τσέκαρε...
-Κραταιό (πατούρι)!
2.
-Ρε δε θα 'ρθει ο Σάββας το βράδυ για ταινία, βγήκε ραντεβού.
-Μαλάκα σπάει ο κραταιός κύκλος των αγάμητων;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Αυτός που δεν είναι πραγματικός φαν μιας μπάντας ή κάποιου μουσικού εν γένει, αλλά ακούει περιστασιακά την μουσική τους. Ως εκ τούτου, δεν γνωρίζει όλους τους στίχους των τραγουδιών τους, παρά μόνο τα ρεφρέν, τα οποία επαναλαμβάνει σε συναυλίες, πάρτι και λοιπές μουσικές συναθροίσεις, ώστε να ταυτιστεί με την ατμόσφαιρα της φάσης.

-Ρε, τσέκαρε 'κει! Ο Κώστας ρε, μ' ένα τσιτωμένο γκομενάκι με τα δερμάτινα.

-Χαχαα! Έλα ρε τον ρεφρενάκια τον Κώστα που μου 'ρθε και Maiden. Πάω στοίχημα τραγουδάει μόνο τα φωνήεντα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε