Επιλεγμένες ετικέτες

Επίσης πιο κοφτά κι απότομα: καλό παιδί - καλό Πάσχα.

Έκφραση με την οποία απαξιώνεται ο χαρακτηρισμός "καλό παιδί" όταν χρησιμοποιείται ως εύσχημη υπεκφυγή προκειμένου να μην ειπωθεί ρητά για το "καλό παιδί" ότι δεν έχει εκτός από την καλοσύνη τις άλλες, τις πιο επιθυμητές και ουσιαστικές ποιότητες. Το "καλό παιδί" είναι ίσως η πιο κλάσικ καλία της νεοελληνικής και υπάρχει στο σλανγκ σε δυο καλά λήμματα: καλό παιδί και είναι καλό παιδί. "Καλό παιδί = καλό Πάσχα", δηλαδή, κάτι τόσο τετριμμένο και χωρίς αντίκρισμα και άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε όσο η σχετική ευχή για τη θρησκευτική εορτή (η ευχή "καλό Πάσχα" χρησιμοποιείται γενικά με την έννοια "χαμένη υπόθεση", όπως και τα χαιρετίσματα... και τα λοιπά συνώνυμα που υπάρχουν εκεί).

Τα λαϊφστάλιν περιοδικά και ιντερνέτια δεν παύουν να αναλύουν το γιατί των κοριτσιών δεν τους κάνουν κούκου τα "καλά παιδιά" (ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ;). Στο σκυλάδικο όχι απλά το καλό αλλά "το καλύτερο παιδί" κλαψομουνιάζει ενάντια στην καλοσυνάτη μοίρα του. Ακόμα και ο Γιάννης από τους Απαράδεκτους απορρίπτει μετά βδελυγμίας και φανατισμού τη νύφη που του προξενεύει η θεία Βιργινία και η οποία έχει μόνο προσόν την "καλή ψυχή". Και κυρίως, οι γονείς αυτής της χώρας τρέμουν στο ενδεχόμενο, όταν ρωτήσουν τη δασκάλα για το πώς τα πάει το παιδί τους στα μαθήματα, αυτή να τους απαντήσει ότι είναι ... καλό παιδί. Σε αυτήν την περίπτωση, ειδικά... καλό παιδί και καλό πάσχα.

Ο Γιώργος; Καλό παιδί και καλό Πάσχα… (για τον Γιωργάκη Παπανδρέου, όπου Γιώργος και Μάλαμα).

Καλό παιδί και καλό Πάσχα: Ο Κώστας Καίσαρης γράφει για τον Παναθηναϊκό ,τη θέση του τεχνικού διευθυντή και τον Τάκη Φύσσα που είναι μεν καλό παιδί, αλλά δεν κάνει για αυτό το ρόλο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συνήθως αναφέρεται για να χαρακτηρίσει ένα άτομο όσον αφορά τις εντελώς ανύπαρκτες ή κατά πολύ μειωμένες δεξιότητες που κατέχει σε κάποιο συγκεκριμένο τομέα.

  1. - Νομίζω ότι ο Τάσος είναι και γαμώ τους λογιστές.
    - Ποιός, αυτός; Μεγάλη φλούδα ρε αδελφάκι μου! Αυτός νομίζει ότι το Φ.Π.Α. σημαίνει Φάε Πούστη Αχλάδια!!!

  2. - Προχθές στο μπιλιαρδάδικο ο Χρήστος έκανε δηλώσεις ότι θα σκίσει τον Μπάμπη μεθαύριο. Θα γίνει χαμός!!!
    - Τι χαμός ρε γκοτζίλα; Αφού ο Χρηστάρας είναι και μεγάλη φλούδα... Θα τον πιει κανονικά από τον Μπάμπη!!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο ηλίθιος, γκαφατζής μπάτσος - wannabe (λ.χ. ερευνητής, αστυνομικός συντάκτης / ανταποκριτής) ή κανονικός. Προκύπτει από τον πασίγνωστο χαρακτήρα - αντι-ήρωα της σειράς ταινιών «Ο Ροζ Πάνθηρας», τον οποίο είχε ενσαρκώσει μοναδικά ο αξέχαστος Peter Sellers.

«Χμμμμ, για να παίρνεις donations θα πρέπει να έχεις μια νομική υπόσταση (είτε με του μορφή οργανισμού ή ιδρύματος/ εταιρίας ) Anyway είναι δουλειά των δικηγόρων αυτή, αλλά δεν νοείται προσωποκράτηση για τέτοιου είδους οικονομικά »αδικήματα« (γιατί άλλου είδους αδικήματα δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν - οι κλουζώ της δίωξης »ηλεκτρονικού εγκλήματος« (sic) πρώτα συλλαμβάνουν και μετά ψάχνουν για το αδίκημα. Εκτός και αν μιλάμε για preemptive συλλήψεις που θα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι και τρομοκρατική οργάνωση το torrent seeding )»

σχόλιο σε φόρουμ (λινκ)

(από Jonas, 07/12/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Καθιερωμένη αργκό της ποδοσφαιρικής κερκίδας που έχει περάσει πια ευρύτατα και στις στήλες των αθλητικών εφημερίδων.

Ο όρος χαρακτηρίζει πλέον τον άχρηστο παίκτη γενικά αλλά η αρχική σημασία είναι πιο συγκεκριμένη. Παλτό, λοιπόν, λέμε ειδικότερα τον ποδοσφαιριστή που έρχεται στην ομάδα μετεγγραφή από το εξωτερικό με τυμπανοκρουσίες και ταρατατζούμ αλλά γρήγορα αποδεικνύεται λίγος και διαψεύδει παταγωδώς τις προσδοκίες των φιλάθλων.

Η λογική του χαρακτηρισμού είναι ευφυέστατη. Το παλτό, το ρούχο, το αγοράζουμε τέλη καλοκαιριού, αρχές φθινοπώρου, το φοράμε στα βαριά κρύα και με το που θα μπει ο Μάρτιος τόχουμε σηκώσει στη ντουλάπα με τη ναφθαλίνη. Το παλτό, τον παίκτη, τον φέρνουμε στις μετεγγραφές του Αυγούστου, παίρνει μια πίστωση χρόνου για να προσαρμοστεί και καλά στην «Ελληνική πραγματικότητα», παίζει κάποια ματς πριν και μετά τα Χριστούγεννα, τον παίρνουμε χαμπάρι και από τον Μάρτιο είναι πλέον μόνιμος ούτε καν στον πάγκο αλλά στην κερκίδα των επισήμων - που είναι, βέβαια, το ποδοσφαιρικό ισοδύναμο της ντουλάπας με τα χειμωνιάτικα.

Εκτός από παλτό, χρησιμοποιούνται και οι λέξεις πάλτουρας, παλτουδιά και (το προσωπικό μου φέιβοριτ) ημίπαλτο.

Η πανάκριβη μετεγγραφή που επίσης απογοητεύει λέγεται, βέβαια, βιζόν.

  1. Ακριβά χειμερινά ψώνια και βαριά θερινά «παλτά»,
    (Τίτλος από ΤΟ ΒΗΜΑ, 03/02/08)

  2. Είναι παλτό ή παίκτης κλάσης ο Σισέ; Πρέπει να σταθούμε στο γκολ, το δοκάρι, το έμμεσο, την κόκκινη που «κέρδισε» από τον αντίπαλό του ή πρέπει να σταθούμε στα άχαστα που έχασε σε έναν αγώνα που τροφοδοτήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά; Από εδώ

  3. Τον πήραμε παλτό! Τον πήραμε παλτό! Και μέσα σε έναν χρόνο, τον κάναμε Ετο'ο! (Χιουμορώδες γηπεδικό σύνθημα)

Η νέα σύνθεση του Παναθηναϊκού (από poniroskylo, 08/12/09)Ο Ετό\'ο. Δεν είναι παλτό. Και εδώ, δεν είναι και τραυματίας. (από poniroskylo, 08/12/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

(Πάτρα): Συνήθως μεταξύ σχολιαροπαίδων στη μπάλα, καλείται το αδέξιο παιδάκι, που του πέφτουν όλα απ' τα χέρια, δεν τα πολυκαταφέρνει στα αθλήματα, κάνει συνεχώς φάουλ ή βήματα / διπλές, χάνει το εύκολο καλάθι / γκόλ κτλ.

Παράγωγο: Αταρία.

Συνώνυμα: Άγαρμπο, καθυστερημένο, παράλυτο, ημιπλήγας, παραπλήγας, μαλακι(α)σμένο, παπαρόμπεης, παλτό, μηναρόμπεης, κουλό, κουλαρία, μανταλάκια, παρμένο, αφαιρεμένο, άμπαλο, ερείπιο, σαπάκι κ.τ.λ.

Ιδιαιτέρως υποτιμητικό και σκληρό.

Αγνώστου ετύμου.

-Έλα αστραχάν, έλα μόνος σου είσαι! Βάλ' το!
-Όχι ρε γαμώτο...
-Ά' στο διάολο άταρο! Τράβα πίσω, άμυνα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

(Πελοπόννησος ή Στερεά): βλαμμένος, χαζός, αφηρημένος, κουλός και άχρηστος (υποτιμητικό).

Μάλλον προέρχεται από τους «νεραϊδοπαρμένους» / αλλοπαρμένους που χαζεύανε, όταν αντικρύζανε στις πηγές τις νηριΐδες (βλ. σου πήρε τη μιλιά / το αμίλητο νερό κ.τ.λ.).

Χρησιμοποιείται κυρίως, όταν ανατίθεται σε κάποιον να κρατήσει ή να στηρίξει κάτι και του πέφτει κάτω. (Κατά το ιταλικό mani di mozzarella, το ισπανικό torpe και το εγγλέζικο butterfingers = κουλοχέρης / άγαρμπος). Βλ. και Παρμενίων, Παρμενίδης.

-Κράτα 'κει χάμου το τραπέζι να το τραβήξουμε κατά 'δώθε.
-Ωχ! Μου 'πεσε μπαρμπούλη!
-Ω ρε, μπίτι παρμένο είσαι;

Βλ. και παράλjυτος, μανταλάκιας, μανταλάκια, άταρο

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο άχρηστος, ο ανίκανος, που δεν μπορεί να κάνει ούτε την πιο εύκολη δουλειά.

- Πήρα τον Σάκη για βοηθό στο μαγαζί μου, γιατί μόνος μου δεν την παλεύω.
- Ωχ, μαλακία έκανες. Εγώ δε θα τον εμπιστευόμουν καθόλου, αυτός είναι τελείως κουλός.

Βλ. και παρμένο, άταρο, παράλjυτος, μανταλάκιας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Χασάπης στην περίπτωση αυτή είναι ο άγαρμπος τεχνικός οπτικοακουστικού υλικού (τεχνικός προβολής, μοντέρ κττ) που δεν δίνει δεκάρα για τη δουλειά του και την εκτελεί ορθά-κοφτά με την τεχνική με την οποία οι χασάπηδες δίνουν μια στη σπάλα, πχ, και την κάνουν δέκα κομμάτια. Συνώνυμο του σκιτζής.

Ως επιφώνημα, ακουγόταν τον παλιό (καλό;) καιρό στους σινεμάδες όταν ο τεχνικός προβολής ξεχνιόταν (κοιμόταν; γαμούσε;) και κοβόταν ο ήχος της ταινίας ή κόλλαγε κάποιο πλάνο. Το κοινό τότε είτε χειροκροτούσε για να διαμαρτυρηθεί, ή φώναζε «χασάπηηηη!» μπας και ξυπνήσει το παλικάρι και δει ο κόσμος την ταινία. Αυτά βέβαια προ ντιβιντί και νεότερης τεχνολογιάς.

Χασάπης είναι και ο μοντέρ ο οποίος πετσοκόβει το υλικό του, με αποτέλεσμα να «πηδάνε» τα κατ, να μπαινοβγαίνουν άτσαλα οι σκηνές γενικώς.

- Μάκη, εδώ πρέπει να προσέξεις να βάλεις τον λόγο να ξεκινάει λίγο νωρίτερα, να μην ακουστεί «ατάκα».
- Έλα ρε Αντώνη, λες και δε με ξέρεις... για καναν χασάπη με πέρασες;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Και χοντρός και αμπλαούμπλας και στόκος. Οπωσδήποτε βλέμμα μοσχαρίσιο απλανές.

Αν και η λέξη είναι αρσενικού γένους, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για γυναίκες εφόσον πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

Ιδιαίτερα απαξιωτικός χαρακτηρισμός. Τον κάνει ιδιαίτερα βαρύ η παρουσία του συμφωνικού συμπλέγματος -γλ- το οποίο είναι ιατρικώς τεκμηριωμένο ότι μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτα αισθήματα βαθύτατης αηδίας π.χ. γλίτσα και γλιάμπουρας

Σχετικά λήμματα: τα ζώα μου αργά, χαϊβάνι

- Άσ' τονε τον βόιδαγλα ... χάνεις τα λόγια σου ... ένα όρθιο, τελειωμένο ζώο είναι.

(από poniroskylo, 08/05/08)(από poniroskylo, 08/05/08)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο άνθρωπος που, λόγω της έλλειψης χάρης και συντονισμού των διαφόρων μελών του σώματός του, αποτελεί μία κινούμενη καταστροφή, ένα ατύχημα που περιμένει να γίνει (an accident waiting to happen για τους αγγλομαθείς του σάιτ). Συνώνυμο του καρακλάμζοβιτς (εκ του αγγλικού clumsy με μία εσάνς Βαλκανίων).

- ...και είμαι τώρα στην καφετέρια με το γκομενάκι και το ψήνω και της λέω το ανέκδοτο με τον παπαγάλο και τον Χριστό και πάνω που κάνω την κίνηση για να δείξω ότι στον απέναντι τοίχο είναι ο Εσταυρωμένος, είναι από πίσω μου το γκαρσόν μ' έναν δίσκο γεμάτο φραπεδιές και νερά και όπως κάνω το χέρι προς τα πίσω φεύγει ρε μαλάκα μου ο δίσκος στο πίσω τραπέζι και γίνονται όλοι κώλος. Και βέβαια σηκώνεται το Μαράκι και την κάνει, έτσι;...
- Ε, είσαι πολύ ατσούμπαλος ρε Λέλο. Πού πας ρε Καραμήτρο; που θες και γκόμενα...

Δες και αρούβαλος.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία