Συνήθως λέγεται για την Αθήνα από φιλάθλους αντίπαλους αθηναϊκών ομάδων, και περισσότερο από τους οπαδούς του ΠΑΟΚ, που έχουν και το σύνθημα «βάλτε φωτιά, κάψτε καλά, Ομόνοια και Πειραιά, το Σύνταγμα και τη Βουλή, τη μπασταρδούπολη αυτή», αλλά και από άλλους Θεσσαλονικείς οπαδούς, λ.χ. του Άρη. Επίσης, μπορεί να ειπωθεί γενικά για την Αθήνα και ανεξαρτήτως συμφραζομένων αθλητικών ανταγωνισμών, αλλά και ως βρισιά για άλλες πόλεις στο πλαίσιο αντεγκλήσεων οπαδών ομάδων.

  1. Αντίπαλος μας είναι η μπασταρδούπολη! Μην ασχολείστε με ανύπαρκτους!
    «10 ΑΠΟ ΤΟΥΣ 10.000 ΛΟΓΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΕΔΡΕΥΕΙ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΞ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ!»
    Υπάρχει λόγος να ασχολούμαστε με μία ομάδα που έπεσε 2 φορές στη Β' Εθνική;
    Υπάρχει λόγος να ασχολούμαστε με μία ομάδα που δεν μπόρεσε να πάρει πρωτάθλημα ούτε στη Β' Εθνική;
    ΑΔΕΡΦΕ ΠΑΟΚΤΣΗ! ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΟΙ 3 ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ Π.Ο.Κ. (όπως και αντίπαλος της Αθήνας, φυσικά, είναι μόνο ο ΠΑΟΚ!!!). (Εδώ).

  2. Nα περνας καλα εκει στην μπασταρδουπολη και να μη ξεχνας την ωραιοτερη χωρα του κοσμου: τη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. ΑΡΗΣ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ-SUPER3. (Εδώ).

  3. Μπορεί όλοι εμείς που ζούμε στο δικό μας κόσμο να απαιτούμε με το καλημέρα παικταράδες, όραματα, ντου στην μπασταρδούπολη για να γκρεμίσει το κατεστημένο, ο Ρωσοπόντιος όμως κινείται στους δικούς του ρυθμούς, χωρίς βιασύνη, χωρίς φανφάρες και κινήσεις εντυπωσιασμού. (Εδώ).

  4. δέν πρόκειται νά διαβώ τόν Ρουβικώνα (λέγε μέ Ηριδανό) καί νά ανέβω στήν μπασταρδούπολη. (Εδώ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Περιπαικτικός χαρακτηρισμός για το γήπεδο ποδοσφαίρου της ομάδας της Θεσσαλονίκης, του Ηρακλή.

Προέρχεται από τη μετονομασία του πραγματικού ονόματος του γηπέδου που είναι το Καυτατζόγλειο, αλλάζοντας το γράμμα -λ (λάμδα) σε -ρ (ρο), με αποτέλεσμα το δεύτερο συνθετικό να θυμίζει κάτι από γριά (ο Ηρακλής έχει συσταθεί ως ποδοσφαιρική ομάδα από το 1908 και θεωρείται από τις αρχαιότερες, εξού και το παρατσούκλι).

Χρησιμοποιείται ευρέως σε στέκια φιλάθλων ποδοσφαίρου, σε δρόμους, σε πλατείες και σε γήπεδα.

- Γιαυτό δεν μας έδωσε εισιτήρια η γκόμενα του πύρρου ο ρέμος,για να αλωνίζουν ανενόχλητες οι γριές....γιατί αν είχαμε κόσμο στο καυτατζόγρειο θα είχαμε δράματα! (από εδώ)

Το σπίτι της γριάς... (από PUNKELISD, 12/12/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στην Βόρεια Ελλάδα (Νομός Πέλλας σίγουρα) είναι το τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο. Στην υπόλοιπη χώρα η λέξη χρησιμοποιείται μόνο για το ιταλικό ποτό που συγγενεύει με το τσίπουρο, την grappa.

Σε αντίθεση με την λέξη «τσίπουρο», όπου συνήθως πρέπει να διευκρινίσεις αν θέλεις με γλυκάνισο ή χωρίς, με την γράπα η συνεννόηση είναι γκαραντί. Και το ποτό έρχεται, συνεπώς, γρηγορότερα.

- Μάστορα! Βάλε δυο τσίπουρα και δυο-τρεις μεζέδες!
- Με γλυκάνισο το τσίπουρο;
- Όχι, φέρε γράπα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα χέρσα χωράφια, γεμάτα πέτρες και αγριόχορτα. Οπωσδήποτε όχι ποτιστικά.

Προέρχεται από το τούρκικο bayir που έχει λίγο διαφορετική σημασία - είναι η πλαγιά, ο λόφος. Αυτή η σημασία ίσως να επιβιώνει σε τοπωνύμια στη Μακεδονία - π.χ. μπαΐρια στο Λιτόχωρο λένε τις διάφορες γειτονιές του χωριού το οποίο είναι χτισμένο σε πλαγιές και κάτι ανάλογο υπάρχει, νομίζω, και στις Σέρρες.

Από τα χουριάτκα η λέξη πέρασε το 2008 στην αστική αργκό χάρη στους Ενδοπαλαμικούς Παλινδρομιστές και το τραγούδι My Secret Combination που μνημονεύει την έξοδο του Νικοπολίδη στα μπαΐρια - όπως παρατήρησε και η mes που έδωσε την παραγγελία για το λήμμα. Προφανώς ο τερματοφύλακας της Εθνικής πήγε περίπατο σε κάποια χωράφια στη συγκεκριμένη φάση - ως μη έδει.

Παράβαλε και το λήμμα τσαΐρια

  1. Εις την Ρούμελη, αφού ο Τούρκος κοιμάταν με την γυναίκα του εις την Λάρσα, τ' άλλο το βράδυ ήταν εις το σπίτι του Ρουμελιώτη. Τον κατασκότωνε, τον κατασκλάβωνε και τον έκαιγε. Πέστε μου ένα σπίτι παλιόν εις την Ρούμελη οπού να μην είναι χτίριον μοναχά. Πέστε μου πολιτείαν να μην κάηκε και οι γες έρημες και μπαϊρια ως την σήμερον. Σας είπα τις θυσίες της Ρούμελης. Κι' αδικημένη είναι κι' αφανισμένη. Νόμους γυρεύει και σύστημα να πάγη η πατρίς ομπρός. (Από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, απόσπασμα στο wikisource)

  2. Το 1922 στην ανταλλαγή μας έταξαν τη γη που μας πήραν οι κατακτητές και λίγα παραπάνω για τα ζαράλια που μας άφησαν οι πόλεμοι . Ήρθαν οι αούτ’ κι τσάκουσαν τον κάμπο κι απόμναμι μι τα μπα’ί’ρια . Δεν μπορούσαν να τους δώσουν μια πιθαμή παραπέρα ;
    Με το κράτος ζορίζομαι όχι με αυτούς … (Από την Κοζανίτικη ιστοσελίδα www.giapraki.com - ζαράλια=μεγάλα βάσανα, οι αούτ'=οι Πόντιοι)

  3. Αξίζει να θυμηθούμε τον κάμπο της Κωπαϊδας μερικές δεκαετίες πριν, όταν χέρσα κομμάτια - μπαϊρια - εναλλάσσονταν με στάρια και τριφύλλια και κηπευτικά και όλο αυτό το πολύχρωμο χαλί το διασπούσαν φράχτες, συνθέτοντας ένα τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς και παράλληλα ένα τόπο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένας άριστος τόπος τροφής για πολλά είδη, δεδομένης μάλιστα της περιορισμένης χρήσης των αγροχημικών και των φυτοφαρμάκων. (Από το www.kynigos.net.gr)

Για τα πανηγύρια (από poniroskylo, 06/02/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα λιβάδια, τα βοσκοτόπια. Επίπεδες εκτάσεις με χαμηλή βλάστηση από χόρτα και θάμνους.

Από το τούρκικο cayir που σημαίνει το ίδιο - cayir στα Τούρκικα μπορεί να δηλώνει επιπλέον και τη σαβάνα και τα αμερικάνικα prairies.

«Πάω στα τσαΐρια» σημαίνει περιπλανώμαι σε τόπο αφιλόξενο, στην ερημιά. «Για τα τσαΐρια» όταν λέμε σημαίνει ότι κάτι ή κάποιος δεν είναι για κόσμο - τουλάχιστον, για κόσμο πολιτισμένο, για τα σαλόνια.

Παράγωγη είναι και η λέξη τσαϊράδα που σημαίνει εκδρομή στην εξοχή άλλα σε μέρη μάλλον άγρια ή κι έναν άσκοπο περίπατο στα χωράφια. Η λέξη τσαϊράδα έχει εξασφαλίσει την αθανασία χάρη στο ομώνυμο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Η λέξη τσαΐρια επιβιώνει και σε διάφορα τοπωνύμια - π.χ. ήξερα περιοχές που οι ντόπιοι αποκαλούσαν «τα Τσαΐρια» στην Επανομή και στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής.

Παράβαλε και το λήμμα μπαΐρια.

  1. - Είχε δηλαδή πολύ κυνήγι εκείνα τα χρόνια;
    «Τι πολύ, για τους λαγούς σας είπα, οι πέρδικες έμπαιναν μέσα στο χωριό, που λέει ο λόγος. Έβγαινες το πρωί έξω από το χωριό στα τσαϊρια, που είχαμε τα αλώνια κι άκουγες τις πέρδικες να κελαηδάνε. (Από το περιοδικό Κυνηγεσία και Κυνοφιλία, αναδημοσίευση στο www.alfa-omega.gr)

  2. Το παράδειγμα είναι στα Ποντιακά από το http://pontosandaristera.wordpress.com:

Τα τσαΐρια όντα ετρανίναν επένανε με τα κερεντίδες και εθέριζανε και εποίνανε τα χορτάρια δέματα για να είχαν το χειμονκόν τροφήν για τα ζα τουνα.

Και η μετάφραση στην Κοινή

Καθώς μεγάλωναν τα λιβάδια, τα θέριζαν με τις κόσες και έκαναν τα χόρτα δέματα για να τα χρησιμοποιήσουν ως τροφή για τα ζωντανά τους, το χειμώνα.

  1. Τσαϊράδα (Ντίνος Χριστιανόπουλος, 1960)

Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε.
Τ' αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν και προδίνουν.
Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,
δε μοιάζει τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.

Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε.
Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω φως στο παράθυρο.
Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας.
Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό.

Εδώ δεν είναι τόπος να ησυχάσουμε.
Αυτό το ρεμπέτικο μού χάλασε όλο το κέφι.
Βουρκώνει το μέσα μου καθώς σ' αγκαλιάζω.
Μου κάνει κακό ν' ακούω για ξενιτεμούς.

Εδώ δεν είναι τόπος για μάς.
Ακόμα κι η εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.

Να προσεχθεί, παρακαλώ, το μπλουζάκι του δικού μας - είναι από την T.O. Επανομής του slang.gr (από poniroskylo, 06/02/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα ξερά χόρτα.

- Ήμουν με το μηχανάκι κι έπεσα σε κάτι τσαλιά και μάτωσα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία