Το αυτοκίνητο, το τουτού. Πρόκειται για μπεμπέ σλανγκ, που έχει λάβει και μία σλανγκική επέκταση. Επίσης, μοιάζει έτσι με το τσουτσούνι, όχι τυχαία, αφού το αυτοκίνητο είναι η κύρια μεταρσίωση της τσουτσουνικής λίμπιντο.

Ως εκ τουτού, όταν εκφέρουμε τον όρο τουτούνι, το κάνουμε για να πανηγυρίσουμε ότι είμαστε σαν τα παιδιά που παίζουν με το αγαπημένο τους παιχνίδι, έτσι κι εμείς θέλουμε ένα ωραίο αυτοκινητάκι για να παίζουμε. Μια διεκδίκηση απενοχοποιημένου παλιμπαιδισμού ένα πράμα (μήπως και τσουτσουνοπαίγνιου;).

Τρεις χαρακτηριστικές υποπεριπτώσεις: 1. Όταν έχουμε πάρει καινούργιο τουτούνι και καμαρώνουμε σαν παιδιά
2. Όταν, συναφώς, επιδεικνύουμε το τουτούνι μας, δίκην να την βγάλω έξω να την μετρήσω
3. Όταν πειράζουμε το τουτούνι σαν παιδί που παίζει και μαθαίνει έτσι τον κόσμο. 4. Όταν σαν καλοί οικογενειόρχεις σεντανάκηδες παίρνουμε το τουτούνι μας να πάμε εκδρομή συν γυναιξί και τέκνοις, και αυτοσαρκαζόμαστε για την κατάντια μας.
5. Όταν θέλουμε να γειώσουμε τουτουνοτσαμπουκαλευόμενο συνομιλητή μας.

  1. Το ψήλωσες το τουτούνι, φτάνει ο γρύλος; (εδώ).

  2. Το νέο μου τουτούνι (εδώ).

  3. Το αδικημένο τουτούνι μας (εδώ).

  4. Επισης το πειραγμα τον εκκεντροφορων εχει παρα πολλες επιλογες, για το πως θα συμπεριφερετε το τουτουνι σου, οποτε θες αρκετο ψαξιμο για το βυθισμα και την διαρκεια των καινουργιων. (εδώ).

  5. Ύστερα από φίλημα προπορευομένου τουτουνίου:

- Τι εννοείς δεν έγινε τίποτα; Την χαρακιά στον προφυλακτήρα δεν την βλέπεις;
- Σιγά ρε φίλος μην σου θίξαμε το τουτούνι ναούμ'.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Διευκρινίζεται οτι η έκφραση δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον ηρωικό αγωνιστή του 1821 στον οποίο ενδεχομένως παραπέμπει το άκουσμά της. Απλά αποτελεί μια άλλη εκδοχή για το τηλεκοντρόλ (telecontrol). Δηλαδή το ασύρματο (η μη) τηλεχειριστήριο ηλεκτρικών συσκευών, όπως τηλεοράσεις, δορυφορικοί δέκτες, κλιματιστικές συσκευές κλπ.

Η έκφραση αποδίδεται σε άτομο ελληνικής καταγωγής ηλικίας περίπου 3 ετών, όπου για λόγους προστασίας της ανηλικότητας δεν αναφέρονται τα στοιχεία του. Παρατηρήστε ότι η έκφραση ως ευηχεστέρα (μπαρδόν για το κακέμφατον) της αυθεντικής, δύναται να την αντικαταστήσει στη καθημερινή χρήση.

Μπαμπά, που είναι το κολοκοτόν; θέλω να δω την «Πέπα το γουρουνάκι».

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Παλαιομαμαδίστικη έκφραση (σε περιορισμένη πιά χρήση) για την πίπίλα. Υποθέτω ηχομιμητικό από το μπου-μπου του ταπωμένου στόματος του μωρού. Συνώνυμο (επίσης παλαιομαμαδίστικο) η σώπα -που το κάνει να σωπάσει.

  1. Πέντε χρονώ γα(ϊ)δούρι κι ακόμα με τη μπουμπού στο στόμα...

  2. Πάρε τη μπουμπού να μη γ(κ)ρινιάζεις (Προχωρά κατεβάζοντας αργά το φερμουάρ του παντελονιού).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το φίλτρο αέρα που κρέμεται μπροστά από στόμα και μύτη στη κλασσική αντιασφυξιογόνο μάσκα. Παράδειγμα η σοβιετική gp-5 της φωτογραφίας. Εναλλακτικά ονομάζεται και μυρμηγκοφάγος.

-Ρε σε δουλέψανε, δε μπορώ να πάρω ανάσα με αυτό το πράγμα, μούφικη είναι.
-Βγάλε τη λαστιχένια τάπα κάτω απ τη πιπίλα ρε νουμπά, θα πεθάνεις και θα σε πληρώνουμε για άνθρωπο!

μάσκα με μονή πιπίλα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία