Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Έκφραση που περιγράφει την επιτυχημένη κατάληξη προσπαθειών, ύστερα από καλά μελετημένες κινήσεις.

Προέρχεται από διαφήμιση παιδικών βιβλίων εκμάθησης σχεδιασμού σκίτσων (βλ. πρώτο παράδειγμα), το οποίο συνήθως προβαλλόταν σε κανάλια τύπου Τηλετώρα, 0-6, High Channel, Κανάλι 5 κτλ, όπου ένα τυχαίο παιδάκι περιέγραφε τις κινήσεις του, καθώς σχεδίαζε το κεφάλι ενός ζώου, μάλλον γάιδαρου ή κούνελου, και στο τέλος ολοκλήρωνε με την εν λόγω θριαμβευτική έκφραση.

  1. Πρώτα σχεδιάζω το κεφάλι, έτσι στρογγυλό, ...μετά φτιάχνω μια μύτη... ύστερα τα δόντια του... τα ματάκια του... τα αυτιά του... και έτοιμος ο Φώντας!

  2. - Να σου πω ρε συ, πως το συνδέω τώρα το XBOX;
    - Ε ρε μαλάκα πάλι, κοίτα για να μην ξαναρωτάς: συνδέεις με αυτό το καλώδιο την τηλεόραση με το XBOX εδώ, το άλλο το βάζεις στην κονσόλα και την άλλη άκρη στην πρίζα, συνδέεις τα χειριστήρια εδώ, και έτοιμος ο Φώντας. Μην ξαναρωτήσεις, σε γάμησα.

(από χάβαλος, 22/03/11)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Λέξη που ετυμολογικά δεν συνδέεται με τον Μέλβιν Τσίτουμ, αν και η εμφάνιση του τελευταίου στο ελληνικό μπάσκετ έδωσε σαφή ωθηση στην λέξη.

Στην ορίγκιναλ εκδοχή του, όπως και το τσου ρε, συνοδεύεται από επίθεση προς την περιοχή των γεννητικών οργάνων με μία ιδιαίτερη χειρονομία: δείκτης και αντίχειρας ενωμένοι, τα υπόλοιπα δάχτυλα μαζεμένα, όπως στη χειρονομία για τα γκαφρά, αλλά χωρίς τριβή των δακτύλων.

Πρόκειται για παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο είτε όντως προσπαθείς να βλάψεις την οικογένεια του άλλου, είτε απλά να τον κάνεις να σκιαχτεί (no fear = δε σκιάζομαι είχα δει σε τοίχο) με σαφή την πρόθεσή σου να μην τον χτυπήσεις. Ενίοτε, βέβαια, το παιχνίδι καταλήγει σε γαλλικό μυθιστόρημα του 19ου.

Όταν δεν συνοδεύεται από την χειρονομία, όπως συμβαίνει μετά το πέρας της λυκειακής περιόδου, αποτελεί έκφραση κατάφωρης ειρωνείας ως αντίδραση στα άρτι ρηθέντα και συνοδεύεται σχεδόν πάντα από το ρε. Εναλλακτικά, σε αυτήν την περίπτωση μπορούμε να κλίνουμε την κεφαλή απειλητικά, προσποιούμενοι κεφαλιά.

Αυτονομημένο είναι ισοδύναμο με το τσου ρε Λάκη, αλλά δεν απευθύνεται σε κανέναν Λάκη, όπως και το ίσα ρε.

Λεγόταν τα ενενήνταζ στη λευκάδα, δεν ξέρω αν παίζει ακόμα.

Παράρτημα προφοράς κατά τα κλασσικά στο κάνε.

- πάω 'α χωθώ σ' Στέησ'.
- Τσίτου ρε, έ'εις δει τ' κεφάλ' κ'βαλάς;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το αυτοκίνητο, το τουτού. Πρόκειται για μπεμπέ σλανγκ, που έχει λάβει και μία σλανγκική επέκταση. Επίσης, μοιάζει έτσι με το τσουτσούνι, όχι τυχαία, αφού το αυτοκίνητο είναι η κύρια μεταρσίωση της τσουτσουνικής λίμπιντο.

Ως εκ τουτού, όταν εκφέρουμε τον όρο τουτούνι, το κάνουμε για να πανηγυρίσουμε ότι είμαστε σαν τα παιδιά που παίζουν με το αγαπημένο τους παιχνίδι, έτσι κι εμείς θέλουμε ένα ωραίο αυτοκινητάκι για να παίζουμε. Μια διεκδίκηση απενοχοποιημένου παλιμπαιδισμού ένα πράμα (μήπως και τσουτσουνοπαίγνιου;).

Τρεις χαρακτηριστικές υποπεριπτώσεις: 1. Όταν έχουμε πάρει καινούργιο τουτούνι και καμαρώνουμε σαν παιδιά
2. Όταν, συναφώς, επιδεικνύουμε το τουτούνι μας, δίκην να την βγάλω έξω να την μετρήσω
3. Όταν πειράζουμε το τουτούνι σαν παιδί που παίζει και μαθαίνει έτσι τον κόσμο. 4. Όταν σαν καλοί οικογενειόρχεις σεντανάκηδες παίρνουμε το τουτούνι μας να πάμε εκδρομή συν γυναιξί και τέκνοις, και αυτοσαρκαζόμαστε για την κατάντια μας.
5. Όταν θέλουμε να γειώσουμε τουτουνοτσαμπουκαλευόμενο συνομιλητή μας.

  1. Το ψήλωσες το τουτούνι, φτάνει ο γρύλος; (εδώ).

  2. Το νέο μου τουτούνι (εδώ).

  3. Το αδικημένο τουτούνι μας (εδώ).

  4. Επισης το πειραγμα τον εκκεντροφορων εχει παρα πολλες επιλογες, για το πως θα συμπεριφερετε το τουτουνι σου, οποτε θες αρκετο ψαξιμο για το βυθισμα και την διαρκεια των καινουργιων. (εδώ).

  5. Ύστερα από φίλημα προπορευομένου τουτουνίου:

- Τι εννοείς δεν έγινε τίποτα; Την χαρακιά στον προφυλακτήρα δεν την βλέπεις;
- Σιγά ρε φίλος μην σου θίξαμε το τουτούνι ναούμ'.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ανακεφαλαιώνοντας και συμπληρώνοντας:

Προέρχεται απ’ το βλάχικο čiona που σημαίνει σπουργίτι. (άσχετο: στ’ Αρβανίτικα τσόνι= βρίσκω -παθητική φωνή, τσόνεμ= βρίσκομαι)

Είναι το στρουθιόμορφο πουλί σπίνος - σπίζα η άγαμος - (επίσης πίπιζα και τσουνάς). Ακριβώς επειδή είναι στρουθιόμορφο και λόγω ετυμολογίας, πολλές φορές σημαίνει και το σπουργίτι και γενικότερα ένα οποιοδήποτε πουλάκι.

Καθότι μικρό, χαϊδευτικά «τσόνι μου»: μικρό μου / πουλάκι μου / παιδάκι μου.

Σημαίνει:

  1. Τον έξυπνο και συνετό άνθρωπο, που αποφεύγει τις παγίδες και ξέρει να επιβιώνει. Ειρωνικά, το ντεμέκ τζένιο που σ’ ό,τι μπλέκεται «τα χέζει» / «τα γαμάει τη μάνα» (βλ & 6).

  2. Σε κυνηγετικά σινάφια: μικρό θήραμα χωρίς αξία, που δεν γεμίζει το μάτι, ένα τίποτα.

  3. Η τσουτσούνα (της παιδικής slang) οπότε και το πέος.

  4. Στην Λαρισαίϊκη έκφραση – γείωση «Τρία π’λιά (πουλιά) κι ένα τσόν» σημαίνει ό,τι και τα: «Άσχετο», «άλλ’ αντί άλλων», «από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», «Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω» στην καλύτερη εκδοχή - και στη χειρότερη: «μιλούνε όλοι, μιλούν κι οι κώλοι» για κάποιον που πετάγεται σαν πούτσα / πορδή εκεί που δεν τον σπέρνουν.

  5. Στην έκφραση: «Μυαλό από τσόνι» σημαίνει ό,τι και το «μυαλό κουκούτσι» κι αναφέρεται σε βλάκες, ουγκ, στόκους δηλώνοντας κάτι που δεν υπάρχει και μοιάζει πολύ με το «Μαλλιά από τσόνια, και γάλα από χελώνες» (βλ σχόλιο του krepsinis στον έτερο ορισμό)

  6. Σε πιο slang χρήσεις μπορεί να σημαίνει (συνήθως υποτιμητικά):
    α) τον σφίχτερμαν / μπρατσαρά (απ’ το μπρατσόνι),
    β) τον μπάτσο (απ’ το μπατσόνι) των ΜΑΤ.

Αναφέρω παραδείγματα όπου γίνεται παιχνίδι με πολλές έννοιες ταυτόχρονα.

  1. - Εγώ λέω μπήκε ένα τσόνι κάτω απ’ τη σέλα ... λίγο πιο πάνω απ’ τη μπαταρία περίπου και κελαηδάει σε κάθε αλλαγή ταχύτητας γιατί γουστάρει τα γκάζια!!! πάντως ειλικρινά... δεν έχω καταλάβει τίποτα γι’ αυτό το θόρυβο... γι’ αυτό δεν μπορώ να δώσω σοβαρότερη απάντηση. Πάντως ψάξε και για το τσόνι, ποτέ δεν ξέρεις!
    - Τι είναι το τσόνι; Εδώ στο χωριό μου δεν τα ξέρουμε αυτά!
    - Χα χα χα!! Από πού είσαι;
    - Ανήκω στην φυλή των δρομιάρηδων. Εμείς δεν έχουμε τέτοια πράγματα. Μόνο γράσο, λάδι και καμένο λάστιχο!
    - Το ξέρεις το τσόνι! Σίγουρα! Είναι αυτό που κελαηδάει ανάμεσα απ’ τα πόδια σου όταν είσαι με κοπέλα! Εκτός αν είσαι απ’ το χωριό Συκιές. (αγορασμένο)

  2. - Κι αν είναι προβοκάτσια που λες, μη την ψάχνεις σε ξένες πρεσβείες! Αν ήταν τέτοια, θα την έστηνε μια χαρά ο Κ..κος, που ψάχνει εναγωνίως διάψευση ότι η ΝΔ του Σαμαρά, τον οποίον έτρεξαν να στηρίξουν τα πρώην τσόνια που τον είχαν προτιμήσει για τους λόγους που περιγράφονται, αρνείται την ανάγκη υπεράσπισης και τον ανένδοτο αγώνα για το όνομα!
    - Όχι ρε φίλε! Τσόνι είμαι! Πάω όπου μπορώ να σταθώ! Κοιτώντας αν μου παρέχουν ενδιαίτημα! Όχι Ξόβεργες! (από εφημερίδα)

  3. – Χτύπησες τίποτα;
    - Μπα!! Ούτε τσόνι, γαμώ την γκαντεμιά μου.

  4. «Μιλώντας ο υφυπουργός άκουσε τον Γ. Τ..κη να τον διακόπτει λέγοντας κάτι άσχετο με την ομιλία. Έτσι, λοιπόν, επιστράτευσε κάτι που λένε στην πατρίδα του για να του «κόψει τον αέρα». «Στη Λάρισα λέμε “τρία πλιά κι ένα τσόνι” κυνηγάνε τον Αντώνη»! (προσαρμοσμένο από το δίχτυ)

  5. – Μωρό μου; Γουστάρεις τις καινούργιες μου γόβες - στιλέτο;
    – Πού θα τις βάλεις μωρή;
    - Στην εκδρομή.
    - Στο Καϊμάκ για σκι; Ε!! ρε!! μυαλό από τσόνι.
    - Κλαψ! Λυγμ!. Κι εγώ που άκουσα ξεσκί.
    - Νταξ!! Μ’ αρέσει ο τρόπος που …ακούς.

  6. α. «…Ο C…la δεν είναι άγνωστος παίχτης αλλά είναι αστείο να αναφέρεται σαν λύση, επειδή είναι τσόνι και ντούκι! Ο τύπος είναι κοκάκιας και μπασκετικά δεν είναι και τίποτα σπουδαίο! Αλλά το μπάσκετ θέλει μυαλό και μετά μούσκουλα!...» (από μπλογκ)

ένα τσόνι  (από sstteffannoss, 07/12/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όταν αρχίζει να περπατά το παιδί, η μάνα κάνει περπατόπιτες. Μία ολόκληρη πηγαίνει στην νονά και επίσης από μία ολόκληρη πηγαίνει στις γιαγιάδες του παιδιού. Η νονά είναι υποχρεωμένη να πάρει τα πρώτα παπούτσια στο παιδί, ενώ η γιαγιά και ο παππούς δίνουν ένα δώρο στο παιδί, όπως επίσης του δίνουν και κέρματα, με τα οποία του εύχονται «σιδερένια πουδαρούδια».

Τις υπόλοιπες πίτες που κάνει η μητέρα τις κόβει σε κομμάτια και τις μοιράζει σε συγγενείς και φίλους επάνω σε ένα δίσκο. Ο καθένας για να πάρει το κομμάτι του πρέπει να τρέξει, για να τρέχει και το παιδί και όλοι δίνουν του κέρματα και του εύχονται «σιδερένια ποδαρούδια».

Στη συνέχεια βάζουν πάνω σε ένα τραπέζι διάφορα αντικείμενα που αντιπροσωπεύουν επαγγέλματα π.χ. χτένα = κομμώτρια, λεφτά = πλούσιος, λαχανικά = κηπουρός κ.α., κάνουν τρεις φορές το σταυρό στην πίτα και η μάνα, κρατώντας το χέρι του παιδιού, κρατάει το μαχαίρι και σταυρώνει τρεις φορές την πίτα.

Μετά την κόβει σε κομματάκια και όλοι περιμένουν να δουν τι θα πάρει το παιδί στα χέρια του. Πιστεύουν ότι το αντικείμενο που θα πάρει από το τραπέζι θα είναι το επάγγελμά του. Αυτό το έθιμο διατηρείται και σήμερα σε πολλές οικογένειες.

Σημ.: ο ορισμός μεταφέρθηκε αυτούσιος από το http://rizia.tripod.com/ethima3.htm.

- Κοπιάστε γειτόνοι και σας έκανα μια ωραία περπατόπιτα για τη μπέμπα.
- Να σας ζήσει.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Εϊτίλα, μέρος ποιηματακίου με το οποίο τα βγάζαμε τότε...

...νουνός ο allivegp από το ΔΠ.

Ολόκληρο το ποιηματάκι έχει ως εξής:

«άκατα μάκατα σούκουτου μπε
άμπε φάμπε ντο μινέ
άμπε φάμπε βγε»

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συνώνυμο του νύχτα το πήρες; Δηλαδή όταν κάποιος είναι παντελώς ανάξιος κάποιου τίτλου που κατέχει (λ.χ. δίπλωμα οδήγησης, πτυχίο, δικτατορικό, κατάταξη Τοπ 10 στο σλανγκρ), και ακόμη κι αν αυτό το χαρτί είναι κωλόχαρτο, υποθέτουμε ότι το κέρδισε ανοίγοντας γαριδάκια, δηλ. ότι πρόκειται για ένα από αυτά τα χαζοδώρα τα εγκλειόμενα στα γαριδάκια, που δελεάζουν τα νήπια τ. Kinder έκπληξη.

Λέγεται και γενικότερα, για οποιοδήποτε αντικείμενο ή πρόσωπο είναι κατώτερο των περιστάσεων / προσδοκιών, ή πολύ αλλόκοτο / εκκεντρικό / ξεφτιλισμένο.

Πάσα: Οπτός Ανήρ.

  1. Από το Τρωκτικό:

    Britney Spears: Στα γαριδάκια το βρήκε το τατουάζ της;

  2. Η αποδόμηση του Άρχοντος των Δαχτυλιδιών από την Φρικηπαίδεια:

    Ο Σμήγκολ δέχτηκε και ο Σάουρον του έδωσε ένα δαχτυλιδάκι της πλάκας που το βρήκε στα γαριδάκια για να κοροϊδέψει με αυτό τους ανθρώπους.

  3. Στα ντορίτος την βρήκε; (Φρικηπαίδεια, encore):

    Η Ντόρα Μητσοτάκαινα-Μπακογιάννη (όπως Funny Πάλι-Πετραλια) είναι κόρη του κόμη Βλάντ Μητσοτάκουλα. Την βρήκε στα γαριδάκια δρακουλίνια ως δώρο στην Αλβανία και όταν ρώτησε τι ήταν του είπαν σε αλβαμνική προφορταά ντώρα και ο ίδιος ως ανορθόγραφος το σημείωσε στο ημερολόγιό του vw Ντόρα.

  4. Από φλώρουμ:

    Όταν το θέμα σου είναι η μετανάστευση των Ευρωπαίων στη διάρκεια του 16ου και του 19ου αιώνα, είναι δυνατόν να μην αναφερθείς στον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό; [...] Επιπλέον, το σχόλιο του καθηγητή ήταν «που το βρήκες αυτό το πράγμα;» (απάντηση 1η «στα γαριδάκια!», απάντηση 2η «στη διεθνή βιβλιογραφία, ρε καραγκιόζη!» - διαλέγεις και παίρνεις όποια από τις δύο προτιμάς)...

  5. Από τα Νέα:

    Το ότι τολμάτε, εσείς οι ... ανύπαρκτοι, να ζητάτε την αποπομπή εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού, δείχνει τη ... σταλινική σας αντίληψη περί δημοκρατίας. Αλέκο, να χαίρεσαι τους νέους σου συνοδοιπόρους! Ήθελα να ''ξερα, που τους βρήκες, στα γαριδάκια;

Μεχρι να βρω διαφήμιση Μπόζο... (από Vrastaman, 12/06/10)

Δες και στα Λιντλ σε ψωνίσανε;.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο άμυαλος, ο μωρός παρθένος, ο έχων μυαλό νηπίου, ο ανεπίδεκτος μαθήσεως, ο άμπαλος γενικότερα...

Προέρχεται από τα αξιολάτρευτα «Τελετάμπις», χαρακτήρες αγαπημένης παρέας τηλεοπτικής σειράς απευθυνόμενης σε παιδάκια προσχολικής ηλικίας, την οποία ο τηλεοπτικός Δρακουμέλ εφηύρε, προκειμένου να τα σκλαβώσει αιωνίως στο κλουβί με τις ηλίθιες... Ως εκ τούτου, απετέλεσαν άλλη μία δικλείδα του συστήματος για την από νωρίς, οπτικοακουστική, ποιμαντορική εξάρτηση του εκκολαπτόμενου τηλεοπτικού ποιμνίου...

Επιπλέον, λόγω της γενικότερης ξενέρας και ανουσιότητας που προξενούσαν στο «κριτικό μάτι», αυτές οι φιγούρες, με τα καμώματά τους, κατ' επέκτασιν, μπορεί ο τελετάμπης να ταυτιστεί με τον ξενέρωτο, τον αδιάφορο, τον νυσταλέο τύπο...

- Άντε, τελετάμπη, κουνήσου! Πάλι μουχλιάζεις στο κομπιούτερ; Σήκω να πα να δούμε κάνα στρινγκάκι στο «μπόντις»!

Teletubbies (από poniroskylo, 17/03/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πρωτόλειος σλανγκισμός, από τις πρώτες γειώσεις που κανείς ακούει/μαθαίνει από την προσχολική ακόμη ηλικία. Απαντάει στην ερώτηση «Γιατί;» εκφράζοντας ορθά-κοφτά την άρνησή μας να δώσουμε εξηγήσεις. Συνώνυμα: «Γιατί έτσι», «Για να ρωτάς εσύ», κ.ά.

Σημ.: Μπορεί να ακολουθήσει από τον αρχικό ερωτώντα εν είδει βρις-οφ η φράση «Και τ΄άλλο το 'φαγες εσύ», οπότε καλό είναι να έχουμε φυλαγμένα τα νώτα μας με άλλη γείωση «Π.χ. Τσίμπα μου ένα αρχίδι» κ.τ.ό.

— Θα έρθεις αύριο στο Παρτιζάν; Παίζουν οι Grey Room!
— Δεν είμαι σίγουρος...
— Γιατί;
— Γιατί η γάτα έχει ένα αυτί!
(in sotto voce) Εσύ θα χάσεις. Mλκ.

Grey Room - Stormy Sea Sound (από allivegp, 06/02/10)live @Partizan (από allivegp, 07/02/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Δὲν ἀποτελεῖ ἔκφρασι, ἀλλὰ τὸν πρῶτο στίχο ἀπὸ βωμολοχικὸ ποιηματάκι τῶν παιδικῶν μου χρόνων, λεγόμενο σὲ καταστάσεις βρις-οφ.

*Assist: kondr από ΔΠ*

Κάτω στὸ γυαλὸ στὴ Μέκκα
Μαραγκὸς ψωλὲς πελέκα.
Πάει κι ἡ κυρὰ Μαργιὼ
Καὶ τοῦ παραγγέλνει δυό.
Νἄχουν μύτη μπακιρένια
Κι ἀπὸ κάτ' ἀπὸ τὰ γένια
Δυὸ ἀρχίδια κρεατένια.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία