Σερβίρω φραπέ σε άλλον, ή στην παθητική φωνή, «φραπεδιάζομαι», μου σερβίρουν φραπέ. Υπάρχει και το αυτοπαθές «αυτοφραπεδιάζομαι», που είναι κυριολεκτικά σκέτη μαλακία. Επειδή το φραπέ είναι σχετικώς ξεφτίλα, υπάρχει και το «άει φραπεδιάσου», που είναι χειρότερο από το «άει γαμήσου», όσο το φραπέ είναι χειρότερο απ' το γαμήσι. Και πολύ σεξιστικά- προσβλητικά για μια γυναίκα (ή γκέι): «Ούτε για φραπέ δεν κάνει!».

- Όλη μέρα αυτοφραπεδιάζεσαι ρε φίλε, θα σε ρίξει ψυχολογικά. Γιατί δεν πας να σου κάνει φραπέ και καμιά γκόμενα; Για σένα νοιάσου και φραπεδιάσου!

(από Vrastaman, 09/05/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ρήμα που μέχρι πρότινος έλειπε από τη γραμμική β και την ελληνική και σημαίνει «πίνω καφέ».

Οι μύστες φυσικά θα προσέξουν τη μέση διάθεση του ρήματος η οποία τονίζεται όπως της πρέπει από την παθητική φωνή και υποδηλώνει μια κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ενεργούν (λέμε τώρα) υποκείμενο ή υποκείμενα. Ήτοι σημαίνει ότι δεν είμεθα Ιταλοί να πίνομε τον γκαϊφέ όρθιοι λες και τραγουδάμε τον ύμνοτα του ιταλοφώνου Σολομώντα, αλλά παίζει ένα κάποιο άραγμα και μια κάποια χαλάρωσις και ραστώνη και ραθυμία, μια μερακλοκατάστα σαν να λέμε.

Το ρήμα συναντάται και στην ενεργητική φωνή, αλλά όχι τόσο συχνά και πιθανώς γιατί δεν είναι τόσο δηλωτικό έτσι; Έτσι.

- Πότε να 'ρθω;
- Είμαστε στην πλατεία και καφεδιαζόμαστε. Έλα όποτε θες.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία