Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Η ενοχλητική και ανάρμοστη πράξη ή συμπεριφορά ενός παίκτη σε ένα διαδικτυακό παιχνίδι, που φθείρει τον χαβαλέ των υπολοίπων. Ουσιαστικό για ανθρώπους: λαμεράς.

Εκ του lame = αγγλ. χωλός, κουτσός, στην καθομιλουμένη βαρετός, τραγικός, σπασαρχίδας, ενοχλητικός.

Βλ. και σχετικά λήμματα: σουβλάκι, καμπέρι, ρασάκι, νιούμπης, νουμπάς, FPS, nade, κατσίκι, τσητεράς, πάω συστημένος, οθονάκιας, βάση, καβατζόπουστας.

- Σκατά τό 'χεις κάνει το παιχνίδι ρε!
- Γιατί; Sniper πήρα, δεν θα τρέχω σαν το κατσίκι να με φάτε με τα aug και τα ak!
- Ξεκόλλα λέμε απ' το παράθυρο, δες λίγο και την πίστα, η italy είναι, όμορφη, με αγορά, με τενόρους και κιθάρες, έσπασες τ' αρχίδια πια!
- Κι εσύ δεν πήρες sniper;
- Οκτώ rounds στη σειρά; Αυτό είναι λαμεριά, δεν είναι παιχνίδι!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πεθαίνω με το χαρακτήρα μου σε online game ακατάπαυστα, χωρίς λόγο και αιτία, είτε διότι δεν ξέρω να παίζω, είτε διότι δε μου 'κατσε καλά το game (π.χ. dota), είτε διότι είμαι απλά ηλίθιος.

Έχω φηντάρει αισχρά σήμερα 0-10 έχω στο game.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στον κόσμο του παιχνιδιού Counter Strike, «φοράω» σημαίνει χρησιμοποιώ προγραμματάκια, addons κλπ για να cheatάρω, να «κλέβω» δηλαδή στο παιχνίδι.

Τα προγραμματάκια συνήθως είναι wallhack (επεμβαίνουν στους οδηγούς της κάρτας γραφικών ώστε να μπορείς να δεις πίσω από τοίχους), aimbot (βοηθάει να βρίσκεις το στόχο σου με το όπλο, ακόμα κι αν βαράς στο γάμο του Καραγκιόζη) και άλλα εκνευριστικά.

Το «φοράω» σημαίνει δηλαδή «φέρω», ενν. cheats.

- Ρε γαμημένε noobShot, άμα φοράς θα φας ένα ban για 999 χρόνια που θα είναι όλο δικό σου, κωλόζωο.
- Βούλωνε καμπέρι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συντομογραφία της αγγλικής φράσης good game (= καλό παιχνίδι).

  1. Μια ευγενική παρατήρηση που εκφέρεται μετά το τέλος ενός γύρου / αγώνα ή μετά το τέλος ενός παιχνιδιού (διαδικτυακού, όπου μετέχουν συνήθως πολλοί παίκτες, multiplayer game), για να δείξει ότι ένας αγώνας ήταν δίκαιος και ευχάριστος.

α) Συνήθως εκφέρεται συλλογικά από όλους τους συμμετέχοντες του παιχνιδιού, ως επίδειξη καλής αθλητικής συμπεριφοράς.

β) Μερικές φορές μπορεί να έχει και ειρωνικό, περιπαικτικό ή προσβλητικό (υπο)νόημα.

  1. Ως συγκαταβατικό σχόλιο, συχνά εκφερόμενο από κάποιον που δε γνωρίζει την παραπάνω (1.) σημασία, και απλώς επαναλαμβάνει αυτό που οι άλλοι έχουν πει.

  2. Ορισμένες φορές χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της φράσης: «μια χαρά».

Στην Αγγλική αποτελεί το αντίθετο του BG (bad game).

  1. Η Κόκκινη όμαδα κέρδισε, 50 - 47
    Κόκκινη ομάδα: GG
    Μπλε ομάδα: GG

  2. Στο τέλος ενός γύρου (λ.χ. στο διαδικτυακό παιχνίδι Dota):
    [Volmarias] gg
    [JikYo] gg
    [Tripitos] gg
    [Trelo
    Kokori] gg
    [Tardias] gg

  3. Η Μπλε όμαδα κέρδισε, 60 - 5
    Μπλε ομάδα: GG, κόκκινη ομάδα!
    Κόκκινη ομάδα: Άντε γαμήσου!

  4. Α: Πώς είσαι; Β: GG.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πρόκειται για νέας κοπής νιντεντίτιδα που πλήττει τα άκρα φανατικών παικταράδων ατάρι τ. Wii.

Η wiiτιδα χαρτογραφήθηκε το 2007 από το New England Journal of Medicine. Βέβαια, αιώνες πριν εφευρεθούν τα μπλιμπλίκια, εμείς οι Έλληνες γνωρίζαμε καλά ότι το πολύ το τάκα-τάκα κάνει το παιδί μαλάκα.

- Οξεία Wiiτιδα: Και ξυπνάω ένα πρωί γιατρέ με σοβαρούς πόνους στον ώμο. Πήγα να στηριχτώ απο το κρεβάτι και ούρλιαξα σου λέω. Πάω να βγω στο σαλόνι, τι να δω... σπασμένα λαμπατέρ, ρημαγμένος ο φίκος δίπλα στην tv. Μην έχω διχασμένη προσωπικότητα, μην μπήκαν ληστές χτες βράδυ και μου τραβήξαν και τον ώμο; «πες μου γιατρέ τι έχω...» «εχεις wii...» «ε... ναι...» «ε, αυτό έχεις. Ιbubrofen για μια εβδομάδα και αποχή απο το Wii»
(εδώ)

- Wiiτιδα: μια ασθένεια των καιρών μας. Η Wiiitis είναι μια ακόμη ασθένεια που σχετίζεται με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Την αρχή είχε κάνει το Space Invaders το 1981 που προκαλούσε πόνο στον καρπό από τη διαρκή πίεση των πλήκτρων που απαιτούνταν για να παίξει κανείς το παιχνίδι.
(εκεί)

- Με τόσα διαθέσιμα σπορ που υπάρχουν για το Wii [γκολφ, μποξ, bowling κ.ά.], o Bonis προειδοποιεί τους φυσιοθεραπευτές, ότι θα πρέπει να περιμένουν να δουν διάφορες παραλλαγές της Wiiτιδας σύντομα... (παραπέρα)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συντομογραφία του economy. Χρησιμοποιείται από παίκτες του Counter-Strike σε μορφή παραγγέλματος προς τους συμπαίκτες. Σημαίνει πως, στον συγκεκριμένο γύρο του παιχνιδιού δεν πρέπει να αγοράσουν κανένα όπλο αλλά να παίξουν με το πιστολάκι (που παίρνουν δωρεάν) για να μαζέψουν λεφτά για κάποιο ακριβότερο όπλο στον επόμενο γύρο (σε κάθε γύρο οι παίκτες παίρνουν ένα ποσό, και καλά σε δολάρια). Αυτό σημαίνει ότι το round πρέπει να θεωρείται χαμένο, αφού χωρίς εξοπλισμό, στάνταρ θα πάρουν τον πούλο. Το πολύ-πολύ να φάνε κανέναν αντίπαλο από κωλοφαρδία και να του πάρουν το όπλο, μπας και κάνουν κανένα kill παραπάνω.

Παλιά γινόταν μόνο αν οι συμπαίκτες ήταν στον ίδιο χώρο και έπαιζαν μέσω lan, οπότε ο ένας το φώναζε στους άλλους, αλλά από ένα σημείο και μετά προβλέφθηκε η ενδοεπικοινωνία εντός του παιχνιδιού, οπότε γίνεται και μέσω internet.

Σ.ς. Το Counter-Strike είναι ένα από τα πιο δημοφιλή παιχνίδια του είδους fps και παίζεται από χιλιάδες παίκτες καθημερινά, από το λανσάρισμά του πριν από δέκα (!) χρόνια μέχρι σήμερα.

- Γέφυρα. Γέφυρα τρεις! ΓΕΦΥΡΑ! Σκατά. Αγορά! Ρίξε smoke! Κωλόζωα! Λαμέρια! Ok, ok, το χάσαμε, άστο. Στον επόμενο έκο. Έκο! ΕΚΟ!
- Ε σκάσε πια, γαμώ την ηχορύπανσή μου γαμώ! Δεν παίζουν όλοι εδώ μέσα counter!

Eco round. (Στα αγγλικά βέβαια.) (από patsis, 25/08/10)Ουμπέρτο Εκο (από GATZMAN, 25/08/10)Μικτης με echo (από GATZMAN, 25/08/10)(από GATZMAN, 25/08/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως από εφήβους, gamers, άτομα που τους αρέσουν οι ταινίες Ε.Φ. και γενικώς καμένους. Αναφέρεται φυσικά στα Αμερικάνικα φαντάρια (marines), αλλά δε μιλάμε για τα πραγματικά φαντάρια που βρίσκονται στο Κόσοβο ή το Αφγανιστάν ή αυτά που βασάνιζαν Ιρακινούς στο Αμπού-Γκράιμπ. Όχι!

Μιλάμε για για τους space marines, τα εξιδανικευμένα φαντάρια που βλέπουμε στις ταινίες του Κάμερον και σκοτώνουν Άλιεν, σάιμποργκ ή Ζεργκ. Αυτά που βλέπουν με θερμικές κάμερες, έχουν φουτουριστικά πολυβόλα με λέιζερ (αν έχουν σφαίρες καταγράφουν τον αριθμό που έμεινε σε LED), έχουν κάνα-δυο cyber εμφυτεύματα για να είναι πιο γαμάτοι, μιλάνε με μικροπομπούς στις μάσκες που κάνουν «κχχχ», λεγοντας φρασεις οπως «affirmative» και άλλα τέτοια καυλωτικά.

Συνήθως οι καραβανάδες των μαρινιών δεν φοράνε τέτοια καραγκιοζιλίκια, αλλά για να δείξουν τη γαματοσύνη τους καβαλάνε τρίμετρα οχήματα mech που βαράνε ρουκέτες. Επίσης συνηθίζουν να λένε κυνικές ατάκες με λογοπαίγνια (πχ. «ας τελειώσουμε την επίθεση γρήγορα και ανώδυνα γιατί θέλω να φάω νωρίς βραδινό») και γενικώς αφήνουν πίσω τον πρωτόγονο Ράμπο να πηδάει δέντρα δεύτερος και καταϊδρωμένος.

- ... και που λες το τέλος σκάνε εκεί τα μαρίνια με τα ελικόπτερα και τα ρομπότ και αρχίζουν να βαράνε στο ψαχνό με τα λέιζερ και φλογοβόλα. Τα κάνουν όλα λίμπα. Δεν μένει ούτε εξωγήινο αυτί!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

< damage (Αγγλ.)

Όρος σε ηλεκτρονικά διαδικτυακά παιχνίδια όπου οι παίκτες καταφέρουν πλήγματα στους αντιπάλους τους που αποδίδονται με αφαίρεση από τις μονάδες ζωής του κατακαημένου αντιπάλου (warcraft, starcraft, command and conquer, diablo, κλπ)

Ενδιαφέρουσα είναι η χρήση του (όχι ιδιαίτερα παραγωγικού) μορφήματος -/eli/.

Παίκτης προς αντίπαλο: - Θα φας τρελό νταματζέλι τώρα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο λάμερ: Η γράμμα-γράμμα μετάφραση του αμερικάνικου lamer, εκ του lame.

Lame ήταν αρχικά ο χαρακτηρισμός του αλόγου που «δε μπορεί να πάρει τα πόδια του», που «δεν τραβάει μία», συνήθως μετά από τραυματισμό.

Στην κυβερνοκουλτούρα, λάμερ ονομάζεται εκείνος που δε μπορεί να υποστηρίξει τις απόψεις του σε μια συζήτηση.

Οι κράκερς και οι φρήκερς ονομάζουν λαμέρια αυτούς που θα ήθελαν να τους μιμηθούν, αλλά δεν έχουν καμία ιδέα πώς, και γίνονται από ενοχλητικοί μέχρι εκνευριστικοί προσπαθώντας να «ψαρέψουν» πληροφορίες.

Οι gamers αντίστοιχα ονομάζουν λάμερς αυτούς που, είτε χάνουν μονίμως, είτε ακολουθούν κατάπτυστες / μπαμπέσικες τακτικές.

Η χρήση του όρου έχει επεκταθεί ώστε να χαρακτηρίζει κάποιον που προσπαθεί να πετύχει τους σκοπούς του με λάθος / ελλιπή / ελεεινά μέσα, και συνήθως αποτυγχάνει.

Θα το συναντήσετε και ως λαμέρι, η δε πράξη λέγεται και λαμεριά.

axyz> thelo na gino haker
axyz> se pio grafio pao
Lefteris> geia sou
axyz> ;
Lefteris> exoume kleisei
axyz> theli lefta;
Lefteris> aurio sto prwtokollo 8a pas
Lefteris> me xartosimo twn 250drx

(ο axyz είναι το λαμέρι, προφανώς, από δώθενες)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ιντερνετικός όρος που υποδηλώνει μάτια που δακρύζουν.

Κυρίως χρησιμοποιείται στα online games αντί της έκφρασης «Cry more noob» (noob=newbie=πρωτάρης), η οποία παρακινεί τον αντίπαλο χρήστη να κλάψει, καθώς νικήθηκε σε κάποια διαδικτυακή μάχη.

Χρησιμοποιείται και για κάποιον που απλά κλαίει/κλαίγεται.

Πιστεύεται ότι βγήκε από το Warcraft II, στο οποίο η συντόμευση των πλήκτρων ALT+Q+Q, τερματίζει το πρόγραμμα. Έτσι οι παίκτες του παιχνιδιού προτρέπουν όσους χάνουν να εγκαταλείψουν, γράφοντας συντομογραφικά qq.

  1. Πάνω σε παιχνίδι pro

- Παρ' το γκολάκι μωρή.
- Έλα ρε μαλάκα, αφού έχω μείνει με 9..
- Ρε κιου κιου.

  1. - Τι; Θα το βάλεις απ΄ευθείας;
    - Kιου κιου!

  2. Online ατάκες εξωτερικού

«Shut up or QQ!» «Why don't you QQ, noob;»
«Jeez man, quit QQing!»

  1. Ή, κάποιος που κλαίγεται

Oscar QQed when he lost the game because he thought that people were cheating.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία