Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

< damage (Αγγλ.)

Όρος σε ηλεκτρονικά διαδικτυακά παιχνίδια όπου οι παίκτες καταφέρουν πλήγματα στους αντιπάλους τους που αποδίδονται με αφαίρεση από τις μονάδες ζωής του κατακαημένου αντιπάλου (warcraft, starcraft, command and conquer, diablo, κλπ)

Ενδιαφέρουσα είναι η χρήση του (όχι ιδιαίτερα παραγωγικού) μορφήματος -/eli/.

Παίκτης προς αντίπαλο: - Θα φας τρελό νταματζέλι τώρα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο λάμερ: Η γράμμα-γράμμα μετάφραση του αμερικάνικου lamer, εκ του lame.

Lame ήταν αρχικά ο χαρακτηρισμός του αλόγου που «δε μπορεί να πάρει τα πόδια του», που «δεν τραβάει μία», συνήθως μετά από τραυματισμό.

Στην κυβερνοκουλτούρα, λάμερ ονομάζεται εκείνος που δε μπορεί να υποστηρίξει τις απόψεις του σε μια συζήτηση.

Οι κράκερς και οι φρήκερς ονομάζουν λαμέρια αυτούς που θα ήθελαν να τους μιμηθούν, αλλά δεν έχουν καμία ιδέα πώς, και γίνονται από ενοχλητικοί μέχρι εκνευριστικοί προσπαθώντας να «ψαρέψουν» πληροφορίες.

Οι gamers αντίστοιχα ονομάζουν λάμερς αυτούς που, είτε χάνουν μονίμως, είτε ακολουθούν κατάπτυστες / μπαμπέσικες τακτικές.

Η χρήση του όρου έχει επεκταθεί ώστε να χαρακτηρίζει κάποιον που προσπαθεί να πετύχει τους σκοπούς του με λάθος / ελλιπή / ελεεινά μέσα, και συνήθως αποτυγχάνει.

Θα το συναντήσετε και ως λαμέρι, η δε πράξη λέγεται και λαμεριά.

axyz> thelo na gino haker
axyz> se pio grafio pao
Lefteris> geia sou
axyz> ;
Lefteris> exoume kleisei
axyz> theli lefta;
Lefteris> aurio sto prwtokollo 8a pas
Lefteris> me xartosimo twn 250drx

(ο axyz είναι το λαμέρι, προφανώς, από δώθενες)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ιντερνετικός όρος που υποδηλώνει μάτια που δακρύζουν.

Κυρίως χρησιμοποιείται στα online games αντί της έκφρασης «Cry more noob» (noob=newbie=πρωτάρης), η οποία παρακινεί τον αντίπαλο χρήστη να κλάψει, καθώς νικήθηκε σε κάποια διαδικτυακή μάχη.

Χρησιμοποιείται και για κάποιον που απλά κλαίει/κλαίγεται.

Πιστεύεται ότι βγήκε από το Warcraft II, στο οποίο η συντόμευση των πλήκτρων ALT+Q+Q, τερματίζει το πρόγραμμα. Έτσι οι παίκτες του παιχνιδιού προτρέπουν όσους χάνουν να εγκαταλείψουν, γράφοντας συντομογραφικά qq.

  1. Πάνω σε παιχνίδι pro

- Παρ' το γκολάκι μωρή.
- Έλα ρε μαλάκα, αφού έχω μείνει με 9..
- Ρε κιου κιου.

  1. - Τι; Θα το βάλεις απ΄ευθείας;
    - Kιου κιου!

  2. Online ατάκες εξωτερικού

«Shut up or QQ!» «Why don't you QQ, noob;»
«Jeez man, quit QQing!»

  1. Ή, κάποιος που κλαίγεται

Oscar QQed when he lost the game because he thought that people were cheating.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η ενοχλητική και ανάρμοστη πράξη ή συμπεριφορά ενός παίκτη σε ένα διαδικτυακό παιχνίδι, που φθείρει τον χαβαλέ των υπολοίπων. Ουσιαστικό για ανθρώπους: λαμεράς.

Εκ του lame = αγγλ. χωλός, κουτσός, στην καθομιλουμένη βαρετός, τραγικός, σπασαρχίδας, ενοχλητικός.

Βλ. και σχετικά λήμματα: σουβλάκι, καμπέρι, ρασάκι, νιούμπης, νουμπάς, FPS, nade, κατσίκι, τσητεράς, πάω συστημένος, οθονάκιας, βάση, καβατζόπουστας.

- Σκατά τό 'χεις κάνει το παιχνίδι ρε!
- Γιατί; Sniper πήρα, δεν θα τρέχω σαν το κατσίκι να με φάτε με τα aug και τα ak!
- Ξεκόλλα λέμε απ' το παράθυρο, δες λίγο και την πίστα, η italy είναι, όμορφη, με αγορά, με τενόρους και κιθάρες, έσπασες τ' αρχίδια πια!
- Κι εσύ δεν πήρες sniper;
- Οκτώ rounds στη σειρά; Αυτό είναι λαμεριά, δεν είναι παιχνίδι!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο παίκτης κάποιου ηλεκτρονικού παιχνιδιού που χρησιμοποιεί συστηματικά τσητς (αγγλ. cheats).

Συνήθως απαξιωτικός χαρακτηρισμός, ιδίως όταν γίνεται σε διαδικτυακά παιχνίδια, σπάζοντας τα νεύρα των νομοταγών και κιμπάρηδων παικτών.

- Αν δεν κάνουν update στο νετκαφέ δεν ξαναπατάω, να ξέρεις.
- Γιατί ρε, τι έγινε;
- Έχουν πλακώσει τσητεράδες και τα παιχνίδια είναι GTP. Άσε που πειράζουν τα σκορ. Εγώ να γαμιέμαι να πάρω μια καλή θέση στον σέρβερ κι αυτοί να με πετάνε σε μια νύχτα τριάντα θέσεις κάτω από το υπόγειο;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Εκ του συστημένου (ενν. γράμματος ή δέματος), εννοούμε το να ξέρει κάποιος ακριβώς σε ποιον άνθρωπο, χώρο ή γραφείο πρέπει να κατευθυνθεί για να γίνει η δουλειά του. Δεν είναι απαραίτητο να έχει συστηθεί κυριολεκτικά με τον άνθρωπο που θα συναντήσει, αρκεί να φτάσει ως εκεί χωρίς άσκοπες αναζητήσεις και μπερδέματα.

Η παραπάνω διάκριση γίνεται λιγότερο λεπτή και περισσότερο ξεκάθαρη στο χώρο των βιντεοπαιχνιδιών (κυρίως FPS) όπου και ακούγεται με την σλανγκική έννοια. Σημαίνει πως εντοπίζω τον εικονικό εχθρό και του επιτίθεμαι καθοδηγούμενος με αθέμιτο τρόπο από κάποιον που ξέρει που βρίσκεται (κάποιον οθονάκια, κάποιον ρουφιάνο από την άλλη ομάδα, κάποιον τσητερά).

  1. Πολύ μπερδεγουέη είναι οι δρόμοι προς τα εκεί, άσε με εμένα που ξέρω να σου περιγράψω τα στενά και τους μονόδρομους, να πας συστημένος, γιατί αλλιώς θα χαθείς.

  2. - Καλά ρε το τσογλάνι, πόσα θέλει για να μας τρελάνει; Αν είναι δυναμόν να με στάμπαρε μέσα στο σπιτάκι της inferno!
    - Έεετσι! Θάνατος στα καμπέρια!
    - Εσύ είσαι ο l33t_69; Από πίσω μου κάθεσαι; Γι' αυτό μου έρχεσαι συνέχεια συστημένος; Η λαμεριά πάει σύννεφο...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στην σλανγκ των FPS αλλά και άλλων παιχνιδιών, είναι ο παίκτης που κρυφοκοιτάζει τις οθόνες των άλλων σε ένα νετ-καφέ, ώστε να υποκλέψει πληροφορίες για το πού βρίσκονται μέσα στην πίστα, τι όπλα και χελθ (<health = υγεία) έχουν, τι στρατό ετοιμάζουν, από πού θα κάνουν ντου, πού έχουν καμπερωθεί, αν κάνουν ρας (rush) κ.λπ.

Απαξιωτικός χαρακτηρισμός, υποκατηγορία του λαμερά.

Χρήση της λέξης με αυτοαναφορικό τρόπο για το slang.gr είναι δυνατή, δεν έχει ωστόσο χρησιμοποιηθεί ακόμα στην πράξη (βλ. λήμμα οθονιά, η).

- Πιάσε τον 32 ρε Πάτση!
- Πού ρε, ανάμεσα στον @psoy και τον hispano, τους οθονάκηδες; Δεν βάζω καλύτερα το deagle στο κρόταφο από μόνος μου;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σλανγκιστί, για τον μικρόκοσμο του Counter-Strike, η βάση σημαίνει το αρχικό σημείο εκκίνησης (spawn) της κάθε μίας από τις δύο αντίπαλες ομάδες, τους terrorists (συντ. terror) και τους counter-terrorists (συντ. counter). Με κάποιες εξαιρέσεις ανάλογα την πίστα ή το μοντ του παιχνιδιού, οι δύο βάσεις είναι συγκεκριμένες ανά πίστα. Οι παίκτες, αφού αγοράσουν εκεί τον οπλισμό τους, ξεκινούν για να βρεθούν με τους αντιπάλους για να γίνει η μάχη, συνήθως στη μέση του map (=πίστα).

- Πού είναι αυτός ο μαλάκας ο νουμπάς που έμεινε;
(Φωνή από διπλανό pc του νετ-καφέ): - Κολλημένος στη βάση του, φάτονα να τελειώνουμε, πληρώνουμε ρεεεεε!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Υβριστικός εναλλακτικός χαρακτηρισμός για το καμπέρι σε ένα βιντεοπαιχνίδι FPS (πχ Counter-Strike).

Το δεύτερο συνθετικό (-πουστα ή -πουστας) προφάνουσλυ από το πούστης, βλ. ομοίως αρχιδόπουστας, φλωρόπουστας κλπ.

Το πρώτο συνθετικό εκ της καβά(ν)τζας και αυτό, με τη σειρά του από:
α. Το ιταλικό gavazza = υπερβολικό ξεφάντωμα και, συνεκδοχικά, τα ποτά που φυλάμε/κρύβουμε για ένα ξεσάλωμα ή
β. Το ιταλικό cava = κάβα, υπόγεια αποθήκη.

- Πού είσαι;
- Lol!
- Πού είσαι ρε τελειωμένε, μίλα!
- Χεχε, έτσι ρε, ψάξε και λίγο!
- Τι θα γίνει τώρα, θα τρέχω σα τον μαλάκα πάνω κάτω στην πίστα για να βρω πού είσαι χωμένος; Βγες στο φως μωρή καβατζόπουστα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το ban (μόνιμη απαγόρευση εισόδου) που τρώει κάποιος από ένα chatroom, site κλπ. επειδή δε συμμορφώθηκε με τους κανόνες, ή απλά επειδή ο admin δε γουστάρει τη φάτσα του και θέλει να τον πετάξει εκτός.

Επίσης, υπάρχει και το συνώνυμο «μπάνιο» (ή banιο).

– Τι λέει, μπήκες καθόλου τελευταία στο www.superwowtsonta.com?
– Άσε πίκρα... Άφηνα το pc βράδια ολόκληρα να κατεβάζει από κει συνέχεια και τελικά έφαγα μπανάνα... Αυτά παθαίνει όποιος δε διαβάζει πρώτα τους κανόνες.

Φάε τη μπανάνα! (από Cunning Linguist, 23/04/09)Έφαγα μπανάνα! (από panos1962, 19/11/09)

Σχετικά: μπανάκι, μπανιστάν. Βλ. και μπαν-άνα, η

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία