Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Το χνέψιμο

συναισθηματική κατάσταση κατα την οποία αισθάνεσαι ταραγμένος-η/ενοχλημένος-η

Ρήμα:χνέφω/χνέφομαι Μετοχή:χνεμένος -η Ουσιαστικό:το χνέψιμο

Ειδα μια κατσαρίδα στο δωμάτιο μου,χνέφτικα και δεν μπορούσα να κοιμηθώ

- Τι έχεις? -Τίποτα,απλά είμαι λίγο χνεμένος σημερα

εκνευρισμόςενόχληση

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η οργή, τα νεύρα, ο θυμός. Η έκφραση μεταφέρθηκε από τη γαλλική γλώσσα και συγκεκριμένα από το διάσημο τραγούδι της ράπερ Keny Arkana "La Rage", που πραγματεύεται το θυμό της άγριας νεολαίας. Χρησιμοποιείται μόνο του, εν είδει επιφωνήματος. Μπορεί να εντοπίζει οργή που εμφανίζεται σε άλλον από τον ομιλούντα, όπως παρακάτω:

1) Καλά, η Αφροξυλάνθη μου έχει κάνει πέντε κλήσεις στο σκάιπ και δεν της έχω απαντήσει ακόμα. Σίγουρα λα ραζ!
2) Πήγα σπίτι αργά και η μάνα μου με περίμενε ξύπνια στον καναπέ. Άσε δεν σου λέω τίποτα, λα ραζ!

Ή μπορεί να δηλώνει οργή του ίδιου του ομιλούντα:

3) Και πάω, που λες, να βγω απ' το τραίνο και πέφτει πάνω μου μια γριά που έμπαινε. Λα ραζ!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Μεταφορικά για άνθρωπο που έχει καταντήσει κουραστικός με την παρουσία του, και δεν λέει να ξεκολλήσει από κοντά μας.

Κολλιτσίδα μας έγινε ο τύπος. Καιρός να τον τζάσουμε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

(Όχι, δεν το είχαμε). Κοινότατη έκφραση που σημαίνει πως κάποιο συγκεκριμένο θέμα δεν πρέπει να το θίγουμε καθότι ενοχλεί, πονάει, τσούζει, σφάζει, μας φέρνει σε δύσκολη θέση τεσπα. Καυτή πατάτα ένα πράμα.

Απ' όσο καταλαβαίνω τούρκικο πρέπει να είναι, καθ' όσον έχουμε (νταξ, όχι εμείς, οι γειτόνοι) την ευρέως γουγλιζόμενη έκφραση içi cız etmek = κάνει τζιζ το μέσα μου = θλίβομαι, στεναχωριέμαι, πονάει η καρδιά μου.

Στον Μπάμπη που διαθέτω γιόκ. Ο Τριαντά το 'χει ως παιδική έκφραση με μιά ψιλοανορθογραφία στην ετυμό (είπαμε, στα τούρκικα άλλο το -ı- κι άλλο το -i-, να προσέχετε βρε χαϊβάνια όταν μιλάω).

Nöbetçi voltasını sürdürüyor. Bakmadan. Konuşmadan. Cigarasını bizim hücrenin önüne geldiğinde yere attı. Ayağıyla ezdi. Etimde söndürülmüş gibi cızz etti yüreğim. (Ο σκοπός συνεχίζει τη βόλτα του. Χωρίς να κοιτάζει. Χωρίς να μιλάει. Φτάνοντας μπροστά στο κελί μας πέταξε το τσιγάρο του στο πάτωμα. Το πάτησε με το πόδι του. Πόνεσε η καρδιά μου, σαν να το είχε σβήσει πάνω μου).

Χαρμάνης κομμουνιστής, κρατούμενος επί χούντας Εβρέν λιγουρεύεται νύκτωρ το τσιγάρο του φρουρού. Ιστορία με καλό τέλος από το αυτοβιογραφικό En Uzun Eylül του Sinan Oza, καλή του ώρα. Εκδ. Amaç, 1989.

Η Ελισώ για φυλακές και εξορίες άκουγε, το μέσα της τζιζ έκαμνε, καλά που ο Χρηστάκης της πότε πότε ένα τηλέφωνο την έκαμνε, καλά είμαι, μην ανησυχείτε, την έλεγε, κομμάτι ηρέμιζε, η καρδιά της στη θέση της πήγαινε άμμα, για πολύ λίγο.

Τα ρωμέικα της Πόλης ως γλωσσική γέφυρα. Δημ. Τσαλίδης Ο τουρκόσπορος (γιόκ τζάνιμ 2), εκδ. Νεφέλη.

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ, ΟΥΤΕ ΛΕΓΟΝΤΑΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΝΟΥΝ 'ΤΖΙΖ'!!!

Ένα θέμα που κάνει τζιζ...Διαβάστε το πριν αποσυρθεί!!!
Ο προπονητής αξίας [...] για να έρθει θα ζητήσει μεταγραφές ουσίας,δυστυχώς αυτο κανει τζιζ.

Από το νέτι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ακόμη ένας τρόπος για να δηλώσεις πως αισθάνεσαι τόσο πολύ άβολα με κάτι ώστε να ανθρωπομορφοποιήσεις τμήμα των γεννητικών οργάνων σου για να νιώθουν ζαλάδα. Από τη μια ευχάριστο η σλανγκ να εμπλουτίζεται συνεχώς με νέες λέξεις από την άλλη δυσάρεστο να έχουν τέτοιο νόημα.

- Κι έτσι που λες φίλε ο μαλάκας.
- Ποιος μαλάκας;
- Τι ποιος μαλάκας ρε Τάκη; Τι σου λέω εδώ και 204 συνεχόμενα λεπτά; Το αφεντικό μου! Δες εδώ, μου έχει ζαλίσει τα αρχίδια.
- Όχι εσύ δες εδώ για να καταλάβεις ότι η ζαλαρχίδα είναι μεταδοτική.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Προσκολλώμαι, γίνομαι σόσιαλ μύδι, μουνόψειρα, στενός κορσές, καβουρογαμόψειρα.
Η πεταλίδα, όπως το μύδι και το στρείδι είναι μαλάκια, τα οποία προσκολλώνται στα βράχια. Μάλιστα, σύμφωνα με τελευταίες έρευνες τα δόντια της πεταλίδας είναι το ισχυρότερο βιολογικό υλικό στη γή, με αντοχή σε πίεση 4,9 GPa και μπορούν να συγκριθούν με τα ισχυρότερα ανθρακονήματα.

Με βάση τα προηγούμενα, δικαίως η έκφραση χρησιμοποιείται από παλιά, κυρίως από τους ανθρώπους της θάλασσας και όχι μόνο. Ο Τσιφόρος, για παράδειγμα την χρησιμοποιεί συχνά και με την ίδια έννοια και μάλιστα δεν την περιλαμβάνει στο ειδικό γλωσσάρι (βλ. του Τσιφόρου...), επειδή προφανώς την θεωρεί αρκετά διαδεδομένη.

Ρε ό,τι και να λέγαμε, είχε πεταλιδώσει και δεν ξεκόλλαγε με τίποτα! Τι να 'κανα κι εγώ; Λέω της Μαίρης:
«Δεν πάμε για ύπνο αγάπη μου, μήπως θέλει να φύγει ο Τάκης;» Ξέρεις τι μου απάντησε το ζώον;
«Α μπα, δε βιάζομαι να φύγω!»

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Καταναλωτής κριτσινιών με σουσάμι, κυρίως υπάλληλος του ΟΤΕ και μελετητής του σύμπαντος. Γεμίζει σουσάμι το γραφείο απο την υπερβολική κατανάλωση κριτσινιών.

- Χρήστο γέμισε σουσάμι το γραφείο σου πάλι.
- Άσε έφαγα 3 κιλά κριτσίνια σήμερα, έφταιγε η ευθυγράμμιση της Πανσελήνου με τον Δία.

(από ela, 01/09/14)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Υπάρχουν τουλάστιχον τρεις μεγάλες κατηγορίες τσάκα-τσούκας:

  • Τα ξηροκαρπίδια: ονοματοποιία κυρίως του πασατέμπου και του ηλιόσπορου, λόγω του κριτς-κριτς που παράγεται όταν δαγκώνουμε τα τσόφλια,
  • Διάφοροι εκνευριστικοί θόρυβοι: πιχί ανθρώπινη φασαρία ή μπλιμπλικώδεις ήχοι που μας προειδοποιούν ότι σωμ θυρών,
  • Παρατσούκλια γραφικών χαρακτήρωνε: του θρυλικού πλανόδιου πωλητή πασατέμπο (R.I.P.) που όργωνε την Ομόνοια και τα Εξάρχεια, και του τιτανοτεράστιου Βλάση Τσάκα.

1.
Τσιπς, κωκ, σάμαλι και τσάκα - τσούκα

2.
Λίγο ησυχία ρε παιδιά. Τσάκα, τσούκα, τσάκα, τσούκα

3.
Αν σου κάνει τσάκα τσούκα λόγω βυσμάτων, σκέψου να οδηγήσεις τον ένα ενισχυτή απευθείας από το άλλο σετ RCA του μίκτη, αυτό που είναι για την ηχογράφηση.....

4.
Vrastaman:
- Άλλη θρυλική φιγούρα της Αθήνας, ο Τσάκα-Τσούκας που πουλούσε ξηρούς καρποί στην Ομόνοια.
betatzis:
- Νομίζω είχε ταμπέλα ο βασανιάρης τσάκα τσούκας

5.
Θυμάμαι επί πάρα πολλά χρόνια, και μέχρι σχετικά πρόσφατα, έναν όλο και πιο ηλικιωμένο κύριο (θα πρέπει να πέθανε δουλεύοντας) να παίρνει σβάρνα όλα τα καφενεία και τα μπαράκια στα Εξάρχεια πουλώντας ξηρούς καρπούς, μ' ένα τρίκυκλο όπου έγραφε «Ο Τσακατσούκας - Πάω αργά γιατί βιάζομαι».

6.
Η ιστορία του «τσάκα τσούκα» μόνο γέλιο μπορεί να μας προκαλέσει. Ένας δήθεν εκπρόσωπος που ούτε το όνομα αυτού που εκπροσωπεί δεν ξέρει καλά καλά, ένας άνθρωπος που κοροϊδεύει τον κόσμο του Παναθηναϊκού, λέγοντας ότι ο «πρίγκιψ» είναι δήθεν οπαδός της ομάδας και μάλιστα ανησυχεί και για τους τραυματίες από τα επεισόδια και φυσικά δεν χρειάζεται να αναφέρουμε και στις πολλές αντιφάσεις στις οποίες έχει πέσει ο δήθεν εκπρόσωπος.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Επιδίδομαι σε σποϊλεριές, δηλαδή αποκαλύπτω κρίσιμα σημεία της πλοκής ενός έργου με αποτέλεσμα να την χαλάω (to spoil it) αφάνταστα σε όποιον δεν το έχει παρακολουθήσει ή διαβάσει. Κίνητρα; η αφέλεια, η ασυνειδησία ή απλά η τρολιά.

Εκ της αμερικλανιάς spoiler και του γαμοσλανγκοτέτοιου -ιάζω (κατά τα κασιδιάζω, λεβελιάζω, χιτλεριάζω, κ.ταλ.)

Ασίστ: Hank, johnblack.

1.
μα θες να μαθεις τι γινεται παρακατω και δεν θες να δωσεις λεφτα για να αγορασεις τα βιβλια,σου σποιλεριαζω τη 4η σεζον με π.μ.

3.
ΕΦΗ μου,στο τέλος του 3ου κύκλου (και ελπίζω να μην σε σποϊλεριάζω άσχημα Mr. Green) άλλοι παραιτήθηκαν, άλλοι απολύθηκαν, και τελικά ο δόκτωρ έχασε και τα 3 μέλη της ομάδας του...

4.
Τεσπά μη σας το σποϊλεριάζω άλλο, δείτε το όπως και δήποτε :-)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο φλύαρος, αυτός που μιλάει πολύ χωρίς να λέει τίποτα το ουσιαστικό, εκ του μπλαμπλά που αποτελεί ηχομιμητική λέξη, η οποία δηλώνει την συνομιλία. Ενίοτε δηλώνει και τον κομπορρήμονα, τον καυχησιάρη. Επίσης, όσους εξ επαγγέλματος καταφεύγουν σε ατέρμονη αναπαραγωγή ξύλινης γλώσσας, καθώς οι πολιτικοί και οι δημοσιομπλαμπλάδες.

Trivium: Ο μπλαμπλάς ήταν επίσης «παιχνιδάκι που είχε κυκλοφορήσει από την AS γύρω στο 1995. Ήταν μια μικρή συσκευούλα σε μέγεθος παλάμης που ήταν στην ουσία ένα μίνι μαγνητοφωνάκι. Μπορούσε να ηχογραφήσει λίγα δευτερόλεπτα και μετά να τα επαναλαμβάνει. Είχε ένα μεγάλο μεγάφωνο, δύο κουμπιά (ένα για να ξεκινήσει η ηχογράφηση και ένα για να παίξει η ηχογράφηση) και στο πλάι μια ροδέλα ρύθμισης της έντασης του ήχου». (Δες).

  1. Για να δούμε, θα ακούσουμε κάτι συγκεκριμένο ή θα είναι και πάλι μια σούπα από μπόλικους μπλαμπλάδες και ακατανόητα ιδεολογήματα... (Εδώ).

  2. Ο άσχετος δημοκράτης μπλαμπλάς. (Εδώ).

  3. αφιερωμενο σε όλους τους γαμιάδες μπλαμπλάδες (Εδώ).

Και μπλαμπλάκιας. Στο 1.53. Μυδασίστ: Σφυρίζων. (από Khan, 21/01/14)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία