Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Οι ηλεκτροντίζελ λοκομοτίβες ADtranz/Bombardier DE2000 του ΟΣΕ, γιατί κοιτάζοντας τες από μπροστά θυμίζουν τα χρώματα της συσκευασίας του ομώνυμου καρκινογόνου προϊόντος.

Επειδή στην Ελλάδα η ηλεκτροκίνηση της γραμμής Αθήνα-Θεσσαλονίκη δεν προβλέπονταν να ολοκληρωθεί άμεσα στα 1998 (ο ορισμός αυτός γράφεται Φεβρουάριο του 2016 και ακόμα να ολοκληρωθεί) και προς αντικατάσταση των παλαιότερων τύπων λοκομοτίβων παρόλο που αυτές δεν ήταν απαραίτητα σε ηλικία συνταξιοδότησης (βλέπε ρουμάνα και κοντογούρουνο) η διοίκηση του ΟΣΕ αποφάσισε να αγοράσει 26 πετρελαιοκίνητα marlboro το 1998 με τα βασικότερα εξαρτήματα τους κατασκευασμένα σε Γερμανία, Αυστρία, Πολωνία και Βρετανία. Οι πρώτες 26 κυκλοφόρησαν με την αρίθμηση A-471 ως A-496 και με την έλευση άλλων 10 μεταξύ 2004-2005 οι 36 συνολικά πλέον λοκομοτίβες ελαβαν νέα 6ψήφια αρίθμηση από 220 001 ως 220 0036.

-Marlboro Λοκομοτίβες ή marlboro διζελάμαξες;

-Εμένα μου αρέσει η λέξη λοκομοτίβα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Οι ρουμάνικης κατασκευής ηλεκτροντίζελ λοκομοτίβες Electroputere Craiova A550 του ΟΣΕ.

Το 1982 ο ΟΣΕ έκανε ειδική παραγγελία στη ρουμανική Electroputere 10 μηχανών ειδικού τύπου. Είχαν κινητήρες απόδοσης 4000 ίππων της ρουμανικής Resita σε σχέδια της αμερικάνικης ALCO. Παρόμοιες λοκομοτίβες της Electroputere προμηθεύτηκαν οι ρουμανικοί και οι ιρανικοί σιδηρόδρομοι. Αν και πανίσχυρες με δυνατότητα έλξης πολλών βαγονιών (οι δυνατότερες ντίζελ που αγοραστήκαν ποτέ από τον ΟΣΕ) είχαν κάποια προβλήματα αξιοπιστίας. Κυκλοφόρησαν με αρίθμηση A551-A560. Αποσύρθηκαν υπερβολικά πρόωρα από τη κυκλοφορία το 1998, μόλις 16 χρόνια μετά την αγορά τους (πραγματικό ρεκόρ βραχύβιας χρήσης). Μία ακόμα περίπτωση κακής διαχείρισης και σπατάλης πόρων του ΟΣΕ. Οι κινητήρες τους αξιοποιήθηκαν στην ανακατασκευή των παλιών MLW Α500. Αντικαταστάθηκαν από τις Marlboro.

- Δυνατό εργαλείο η ρουμάνα ρε φίλε...

Electroputere Craiova A550 Electroputere Craiova A550

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τα αρθρωτά λεωφορεία τύπου Volvo-Saracakis Β10Μ-SB756 που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα από το 1978 στην θεσ/νίκη και από το 1981 στην Αθήνα.

Στην Αθήνα αποσύρθηκαν πλήρη ημερών το Σεπτέμβριο/Οχτώβριο του 2005. Ήταν τεράστια εκτρώματα με επίπεδα ξύλινα καθίσματα και τέρατα αξιοπιστίας.

-Οι δεινόσαυροι στην Αθήνα ήταν μπλε, στη Θεσσαλονίκη ήταν κόκκινοι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Οι κατασκευασθέντες στην πάλαι ποτέ Ανατολική Γερμανία συρμοί του Ηλεκτρικού, LEW type GIII είτε οι του ιδίου εργοστασίου συρμοί LEW type GI.

Η ετυμολογία προέρχεται αν μη τι άλλο από το πρόγραμμα επανδρωμένων πτήσεων Σογιούζ (ρωσικά Союз), των επίσης πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ, και στα ελληνικά σημαίνει Ένωση. Η χρήση των LEW type GIII άρχισε το 1983 και περιορίστηκε μετά το 1999. Τελικά αντί να ανακαινιστούν και να εκσυγχρονιστούν, σταμάτησαν να κυκλοφορούν κάπου μέσα στο 2004 μετά από μόλις 21 χρόνια λειτουργίας... Οι όμορφοι κίτρινοι LEW type GΙ παραδόθηκαν στον Ηλεκτρικό τη περίοδο 1981-1984 και μεταξύ 1984-1985 επιστράφηκαν όλοι στο μετρό του Ανατολικού Βερολίνου, και οι συρμοί του τύπου LEW type GII επιστράφηκαν στην Αθήνα το 1997 (σύμφωνα με την γερμανική βικιπαίδεια). Αλλά ο γράφων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε τους συνάντησε. Οι Γερμανοί τους έλεγαν Gisela. Εδω να αναφερθεί ότι οι LEW type GI που πέρασαν από την Αθήνα και το Βερολίνο στάλθηκαν τελικά ( εξορία ;;; ) στην Βόρεια Κορέα.

Δες ρε μαλάκα δεξιέ τα σογιούζ που έφερε η Πασοκάρα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η ουγγρικής κατασκευής υδραυλική ντιζελάμαξα GANZ-MAVAG A250.

Για την Ιστορία, ήταν από τις ελάχιστες περιπτώσεις που οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι προμηθεύτηκαν υλικό από υφιστάμενο έτοιμο τύπο (M41 των Ουγγρικών Σιδηροδρόμων) και όχι κατόπιν ειδικής παραγγελίας με βάση ειδικές προδιαγραφές. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ακόμα μια περίπτωση ελληνικού τροχαίου υλικού που απαξιώθηκε και αποσύρθηκε πρόωρα. Τα 11 ντιζελοϋδραυλικά «κοντογούρουνα» τύπου Β'Β'dh, με ισχύ 1800 ίππων, αγοράστηκαν από τον ΟΣΕ το 1983, και κυκλοφόρησαν με την αρίθμηση Α251-Α261, ενώ μέχρι το 2001 είχαν δυστυχώς αποσυρθεί όλα, πριν δηλαδή προλάβουν να συμπληρώσουν καν είκοσι χρόνια κυκλοφορίας...!

- Τι μηχανή έχει αυτό το τραίνο που περνάει ρουμάνα;
- Κοντογούρουνο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

1.Τα προγούλια, ιδιαίτερα στα πλαϊνά χάριν ευφημισμού. Είναι αφράτα, με τάση ζάρωσης, μαλακό δέρμα έως χαλαρωμένο. Όσο περισσότερο λίπος έχουν, τόσο το καλύτερο στο δάγκωμα και στην ευρύτερη ερωτοσεξουαλική ατμόσφαιρα. Τα μεσήλικα είναι τρυφερότερα και αφήνουν αίσθηση - υφή πάστας σοκολατίνας στον δάκνοντα, εξ ού και η περιγραφή τους. Παραπέμπουν στα γλυκάδια των νεαρών ζώων που αναφέρονται στο δεύτερο σκέλος του ορισμού που μοιάζουν με παχάκια - ξυγκάκια, απ' όπου και επεκτείνεται η χρήση του όρου και στους ανθρώπους.


- Για πες... Η γκόμενα καλή, καλή;
- Και γαμώ τα μανουλομάνουλα!!
- Τί λες μωρέ μλκ, μανουλομάνουλο η 40+;
- Κι όμως... Εκτός από το "οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες" είχε και κάτι γλυκάδια μωρ' αδερφάκι μου, όνειρο! Άσ' τα, πού να σ' τα λέω. Καλοβαλμένη.
- Ά, ρε Παπακαλιάτη με τα βίτσια σου...

2.Εκκρίνονται μπροστά απ' την τραχεία απ' τον θυμοειδή αδένα στα νεαρά ζώα, τα λεγόμενα "του γάλακτος" όπως τα αρνάκια και τα κατσικάκια για παράδειγμα και τα οποία αν μαγειρευτούν από τέτοιο σφαχτάρι θεωρούνται εξαιρετικές λιχουδιές απ' τους γκουρμέδες. Ο απογαλακτισμός επηρεάζει την παραγωγή τους και εκκλίπουν εντελώς από τα ενήλικα ζώα.


Για δες για γλυκάδια στο τηγάνι με τυροκαφτερή εδώ (καλή όρεξη!)
Για μια "ανορθόδοξη" χρήση της λέξης εδώ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πάσσαλος πρόσδεσης σκάφους ,δέστρα. Μπορεῖ νὰ βρίσκεται στὸ μόλο (φωτ.1) ἤ πάνω στὸ σκάφος (φωτ.2) (τονοδέτης, δέστρα επί του πλοίου, κίονας, κίονας πρόσδεσης σχοινιών, κιονίσκος μπαμπαδέλι ἐδῶ)

Πριν δέκα μήνες, στις 16 Αυγούστου 2001 βρισκόταν στην πρύμη του πλοίου και κατέβαζε τους καταπέλτες, όταν πάνω στο ρεμέτζο στην Παροικιά της Παρου κόπηκε σύρριζα η μεσαία μπίντα (τονοδέτης), δίχως μάλιστα να κοπεί ο κάβος, και τον σκότωσε ακαριαία. ἐδῶ

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

Ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸ bitt: δέστρα σκάφους, "μπαμπάς", μπίντα ἐδῶ

Εἶχα ὑπ' ὅψιν μου καὶ μιὰν ἄλλην ἐτυμολογία, ἀπὸ τὸ Ἰσπανικὸ pinta:βαμένη, ἀλλὰ μετὰ τὴν πρώτη (ποὺ βρῆκα στὸ διαδίκτυο) ἡ δεύτερη μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ εἶναι σωστὴ.

φωτ. 1φωτ. 2

Ἡ ἴδιες ὀνομασίες ἰσχύουν καὶ γιὰ τὰ παραδοσιακὰ ξύλινα σκάφη, ὅπου φυσικὰ οἱ δέστρες εἶναι ἀπὸ ξύλο, ποὺ οἱ παλιοὶ καραβομαραγκοὶ σκάλιζαν στὸ χέρι μὲ πολὺ μεράκι φτιάχνοντας κομψοτεχνήματα. Ἐδῶ μπίντες ἔλεγαν τὶς κεντρικὲς δέστρες ποὺ ἦταν τοποθετημένες στὴν πλώρη καὶ στὴν πρύμη τοῦ καϊκιοῦ καὶ ἦταν γερὰ στερεωμένες μὲ χοντρὲς βίδες (στριφώνια) στὸν κεντρικό ἄξονα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους. Ἐνῶ μπαμπάδες ἔλεγαν τὶς μικρότερες δέστρες ποὺ ἦταν τοποθετημένες στὶς δυὸ πλευρὲς τῆς πρύμης καὶ τῆς πλώρης καὶ ἦταν στερεωμένες στὸν πλευρικὸ σκελετὸ τοῦ σκάφους. Σὲ μικρότερα σκάφη, ἰδιαίτερα στὰ ἁλιευτικὰ, οἱ μπαμπάδες ἦταν "φυτευτοὶ" στὶς κουπαστὲς γιὰ ν' ἀφαιροῦνται ὅποτε ἐμπόδιζαν τὸ ρίξιμο ἤ τὸ σήκωμα κάποιων ἁλιευτικῶν ἐργαλείων (δίχτυα, παραγάδια, τράτα κλπ).

Μεταφορικῶς λέγεται καὶ γιὰ χαζοὺς, ἄμυαλους ανθρώπους. Ἄν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου τὴν ἔχω διαβάσει σὲ κάποιο πεζὸ τοῦ Καββαδία.

Καλὸ παιδὶ, δὲ λέω, ἀλλ' ἀπὸ μυαλὸ σκέτη μπίντα!

Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἄς αναφερθοῦμε καὶ στὸ "μπίντα γιάλα" ρεμπέτικο τοῦ Παναγιώτη Τούντα ἠχογραφημένο το 1932 μὲ τὴ Ρόζα Ἐσκενάζυ καὶ το 1933 μὲ τὸ Στελλάκη Περπινιάδη, μὲ παραλλαγμένους στίχους ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο ἀπαντοῦσαν στὸ ἐρωτικὸ κάλεσμα της πρώτης ἠχογράφησης. Ἀπὸ σχετικὴ ἔρευνα στὸ διαδίκτυο, ἐνῶ βρῆκα τὴν ἐτυμολογία τοῦ γιάλα (Τουρκικὸ yallah προτρεπτικὸ ἐπιφώνημα: ἐμπρὸς!, ἄντε! ἐδῶ), δὲν βρῆκα κάποια πιθανὴ ἐτυμολογία τοῦ μπίντα. Πάντως στὴν πρώτη ἠχογράφηση ἡ Ρόζα λέει μπίντι γιάλα καὶ, ὅπως βρῆκα ἐδῶ ...η λέξη "bint" στα αραβικά σημαίνει "κόρη" και "κορίτσι" και "binti" σημαίνει "κόρη μου", "κορίτσι μου".

ΜΠΙΝΤΑ ΓΙΑΛΑ

Τὸ τραγούδι πάντως καθιερώθηκε ὡς Μπίντα γιάλα καὶ ἔγινε μάλιστα καὶ προσωνύμιο τοῦ παραδοσιακοῦ μουσικοῦ Νίκου Καλαϊτζῆ, ἀπὸ τὸ Μεσότοπο τῆς Λέσβου ποὺ ἔγινε γνωστὸς ὡς Μπινταγιάλας ἐδῶ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όταν θέλω να στρίψω με όπισθεν, εκεί που θέλω να πάει ο κώλος μου εκεί στρίβω και το τιμόνι. Αν τον θέλω να κουνηθεί δεξιά, θα στρίψω δεξιά και το αυτό για τα αριστερά. Παράλληλα όμως κινείται η μούρη μου προς την αντίστροφη κατεύθυνση, γιατί η όπισθεν την πετάει έξω, εφόσον έχω καταστήσει κύριο μέρος κίνησης το οπίσθιο με το εμπρόσθιο ν ακολουθεί.
Στις νταλίκες όμως, που τα μέρη του τράκτορα και του ρυμουλκούμενου (ή τεμπέλη) είναι διακριτά και ενώνονται με κοτσαδόρο ή κοτσαδόρους (αν οι τεμπέληδες είναι πολλοί), δεν πρέπει η στροφή του τιμονιού να γίνει βάσει του πού είναι να κινηθεί ο τράκτορας, αλλά του πού πρέπει να κινηθεί ο τεμπέλης, με αποτέλεσμα εκεί που κινείται ο πωπός του τεμπέλη εκεί να κινείται και η μούρη του τράκτορα, καθώς στο σημείο σύνδεσής τους με τον κοτσαδόρο δημιουργείται γωνία σύμπτυξης, δηλαδή το όχημα συνολικά φαίνεται να διπλώνει. Άρα το ανάποδο τιμόνι, περιγράφει την ανάποδη κίνηση του τράκτορα κατά την όπισθεν, με το να ακολουθεί τη μεριά κίνησης του οπισθίου μέρους του οχήματος και όχι την αντίθετη όπως συμβαίνει με τα Ι.Χ., ή τέλος πάντων, τα λοιπά οχήματα πλην των νταλικών.Το κορυφαίο είναι ότι το κέντρο αναφοράς της περιγραφής αυτής της φράσης δεν είναι το ζητούμενο μέρος κίνησης, χάριν του οποίου εμφανίζει αυτή τη μοναδική συμπεριφορά το συγκεκριμένο όχημα κατά την όπθισθεν, αλλά αυτό που ακολουθεί την κίνηση αυτή και προκαλείται το συγκεκριμένο φαινόμενο.


- Καλά είμαι εδώ ή να το κόψω λίγο;
- Πάρε δυο ανάποδα τιμόνια και μετά ίσιωσέ το κι όλα εντάξει.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ατελές - συνθηματικό γλωσσικό ιδίωμα, Πελοποννησίων που ασκούσαν την τέχνη του κατασκευαστή και επισκευαστή χτενιών στην Κρήτη. Ήδη πριν από τον 19ο αι. συντεχνίες τους απαντήχνανε στη Μεγαλόνησο και φιλοξενούνταν στο χωριό Ξιδά της επαρχίας Πεδιάδος, όπου έγιναν επιγαμίες και απορροφήθηκαν από τους ντόπιους, αλλάζοντας και τα επώνυμα τους σε κρητικά και ιδίως στο δεικτικό του επαγγέλματός τους, όπως Χτενιαδάκης.
Το γλωσσάρι αυτό εξυπηρέτησε 3ων αιώνων και βάλε σινάφια συντέχνων χτενιαδιτών, κατά τις περιπλανήσεις τους και υπήρξε το μόνο καταφύγιο από τους κινδύνους της προκατάληψης των ντόπιων και ιδίως των Τούρκων, αλλά και για λόγους προσωπικούς: να επικοινωνούν ντέρτια και καημούς σε ιδίωμα που δεν καταλάβαινε κανείς, αλλά και να ανταλλάζουν πληροφορίες για την πέραση του επαγγέλματός τους και τις τύχες των συναδέλφων τους.
Πλάστηκε από την Πελοπόννησο και συνεχίστηκε να πλάθεται στην Κρήτη. Είναι νεκρό ιδίωμα ήδη πριν την Κατοχή, διότι το σινάφι έπαψε να είναι αποκλεισμένο κοινωνικά, καθότι προσαρμόστηκε στην ντόπια κοινωνία κι έτσι εξέλειψαν κι συνθήκες που το γέννησαν. Ως φαινόμενο απαντά σε διάφορα επαγγέλματα συντεχνιών κατά τόπους, και αναλόγως την ανθηρότητα του σιναφιού και την αυτοπεποίθησή του ως προς τη θέση του στην τοπική κοινωνία είναι πιο εξελιγμένο ή πιο πρωτόγονο. Το γλωσσάρι των χτενιαδιτών είναι μάλλον πρωτόγονο και περιορισμένο και περιγράφει μια πολύ ορισμένη γκάμα καταστάσεων και πραγμάτων, όπως απλή και περιορισμένη ήταν κι η ζωή τους η ίδια.


1."Να στείλουμε πελεκούδες στο σανασακέο, να ξέπομε φλαουνιάρι, ή φιόρο, ή φιορεφτάρα".
Μτφρ.: Να πούμε του καφετζή να μας φέρει καφέ, ρακή ή κρασί.
2."Να στειλίσουμε φιόρο"
Μτφρ.: Να πιούμε κρασί.
3."Κουργιά, στείλε πελεκούδες στην κότενα, να στειλίσει μπερδένι για να στειλίσουμε το κοπανάρι".
Μτφρ.: Μάστορα, πες της γυναίκας να μασε δώσει μπαμπάκι για να φτιάξουμε το χτένι.
4."Ο κουργιάς φαγγρίζει τη σαΐτα"
Μτφρ.: Ο μάστορας ή ο άντρας γελά στην κοπελλιά
5. "Η σαΐτα φαγγρίζει"
Μτφρ. Η κοπελλιά γελά.
6. "Βροντομάγια το βασίλη"
Μτφρ.: Βάλε λάδι στο λύχνο
Αυτή η έκφραση ακουγόταν τάχατες για νυχτέρι. Όσο περισσότερο κρατούσε το λάδι, τόσο περισσότερο βαστούσε και το ξενύχτι. Στην πραγματικότητα όμως το έκαναν για εξοικονόμηση λαδιού καθώς λόγω κούρασης οι χτενιαδίτες σπάνια ξενυχτούσαν κι έτσι είχαν πάντα εύκαιρο απόθεμα τις νύχτες που ήθελαν να κάψουν λίγο παραπάνω για διάφορους λόγους (π.χ.:ξαγρύπνισμα για τον άρρωστο, υπερένταση και αϋπνίες, συμπληρωματική εργασία κ.λπ.).
7. "Να στειλίσομε λόντζα"
Μτφρ.: Να φάμε ψωμί

Από αυτές τις φράσεις, προκύπτει το εξής γλωσσάρι:
κουργιάς = άντρας ή μάστορας
στέλνω πελεκούδες = λέω ή δίνω παραγγελιά
σανασακέος = καφεντζής φλαουνιάρι = καφές
φιόρο = κρασί
φιορεφτάρα ή φιορίνα (αλλού) = τσικουδιά
κότενα = κυρά, γυναίκα
μπερδένι = μπαμπάκι
κοπανάρι = χτένι
σαΐτα ή σαϊτούρα (αλλού) = κοπελλιά
βασίλης = λύχνος
Πρόσθετα (εκτός παραδειγμάτων):
κουμουχιώτικα = σταφύλλια
τραϊφόρο = τυρί
λεφόχιο = ο παπάς
Ρήματα:
Βρονταμαγ(ι)ώ = βάζω λάδι
στειλίζω = αναλόγως το αντικείμενο μπορεί να σημαίνει "δίνω", "στέλνω" ή "φτιάχνω", ακόμα και "πίνω" ή "τρώω". Είναι κάτι σαν το "αβέλω" των καλιαρντών. Ρήμα πασπαρτού. Έτσι προκύπτει το παράδειγμα 2, 3 και 7.
Πρόκειται για ιδίωμα εύπλαστης σημασιολογίας καθώς εξαρτάται από τη σύνδεση ρήματος - αντικειμένου και έτσι αναλόγως το αντικείμενο μετατρέπεται το νόημα του ρήματος για να δηλώνει κάθε φορά και άλλο υπονοούμενο.

Πέραν αυτών, υπήρχε και η επαγγελματική ορολογία που περιλάμβανε λέξεις όπως:
στύλοι = Τέσσερις στύλοι φτιάχνανε το "κάδρο", το πλαίσιο όπου στηρίζονταν στο εσωτερικό τα υπόλοιπα στοιχεία της χτένας
θύρες = Καλάμια που τοποθετούνταν οριζόντια ανάμεσα στους στύλους
λιγαδούρα = Άθροισμα 50 θυρών
βαγί = Πλέξιμο θυρών ανάμεσα στους στύλους
γιακαλίζω = Κόβω τις άκρες των θυρών που εξέχουν από τους στύλους
χαντρώνω = Χαράζω την οριζόντια πλευρά των θυρών στα δύο άκρα και μετά διορθώνω με το μαχαίρι τις θύρες να γίνουν ίσιες
στραβομαχαιρίζω = Εξωμαλύνω την επιφάνεια πλέξης ώσπου να τη λειάνω με πλάγιες κινήσεις και με στραβομάχαιρο, φαλτσέτα
γλυκοθυρίζω = Καθαρίζω το χτένι με ειδικό εργαλείο, το ξυστρί
Από έρευνα και καταγραφή του Γιώργη Θεοδοσάκη, όπως παρουσιάστηκε στην εγκυκλοπαίδεια "Κρήτη, το αφιέρωμα" σειρά Α, τόμος 16ος Λαογραφία.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Δεν αντιδρά. Δεν έχει την προσδοκώμενη μεταβολή συμπεριφοράς παρά τις σχετικές ενέργειες.

Αναποτελεσματική παρέμβαση μεταβολής ιδιοτήτων της ύλης μέσω σταδιακής προσθήκης βελτιωτικών: όσο και να βάλεις η κατάσταση παραμένει ίδια κι απαράλλαχτη.

Το φαγητό, μολονότι κουταλάκι - κουταλάκι, έχεις προσθέσει μισό πακέτο αλάτι, μοιάζει ακόμα ανάλατο, ανάθεμα την ώρα που 'βαλες τη λίγη σόδα που σου 'πε η θεία. Η λεμονάδα είναι ακόμα ξινή, καίτοι έχεις ρίξει σταδιακά τρεις κουταλιές της σούπας ζάχαρη και της έχεις πετάξει τα μάτια στο ανακάτεμα. [Επίσης: Το ντιζελάκι ακόμα φράζει τα φίλτρα στους -12oC, παρόλο που εκατό - εκατό ppm έχεις χαλάσει μισό λίτρο ταπεινωτή. Το τουρμπινέλαιο έχει ακόμα χαμηλό δείκτη ιξώδους παρά του ότι θα πέσει έξω το μαγαζί από τόσο βελτιωτικό που του χεις ρίξει]. Δεν α-κού-ει.

1.-Είπα στα παιδιά να τους φτιάξω λεμονάδα με τα λεμόνια της Ελένης. Τέτοια ξινίλα δεν έχω ξαναδεί, βάζω βάζω ζάχαρη, ανακατεύω, σαν να μην έβαλα τίποτα, δεν ακούει!
-Δώστους amita.
-Παιδιά να φέρω amitae αντί για ξινή λεμονάδα;
-Ναιιιιι

2.-Το δοκιμάσατε ρε παιδιά; Δε με πήρατε τηλέφωνο... Έπιασε με τα 100ppm;
-Ούτε με 100, ούτε με 200, είμαστε τώρα στα 300, μετράμε, ξαναμετράμε και δε φαίνεται να ακούει ρε Κώστα...
-Πτι γαμώτη, δε θα φορτώσουμε ποτέ!

Απαντά μόνο σε αυτή τη μορφή. Το "ακούει", καταφατικά, δε χρησιμοποιείται, εφόσον είναι αναμενόμενο να ακούσει, θα ήταν γελοίο ως δήλωση. Επίσης το "δεν ακούω", α' ενικό πχ, δε χρησιμοποιείται, άμα το ξέρεις ότι δεν ακούς να κοιτάξεις να ακούσεις και να αφήσεις τις μαλακίες, περιμένει κόσμος από σένα, υπάρχουν προσδοκίες από το σύμπαν, άιντε.

Ακουστικά δρώμενα με άλλες παραπλήσιες ή άσχετες έννοιες: μ' ακούει / δε μ' ακούει, ακούω, ακούγομαι, ακούγεται, ακούς εκεί!, δεν ακούει ούτε τη σκέψη του, τα ακούω, την ακούω, την ακούω...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία