Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Κάλανος (ο), καλάνι (το): Κατασκευή (συνήθως ξύλινη) που σχηματίζει κοίλο

Παράδειγμα εδώ Η βρύση στέρεψε και τα καλάνια είναι άδεια. Πού θα πιουν νερό τα ζωντανα;

μέσα στο οποίο συγκρατείται νερό για να πίνουν τα ζώα, ή μέσα από το οποίο μπορεί να διέλθει νερό. Συνήθως κατάλληλα διαμορφωμένος (‘σκαμμένος’ με ειδικό εργαλείο) κορμός δέντρου (ελάτου, πεύκου κ.ά.).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η φλιτζάνα, η κούπα. Από το σλάβικο/ρωσσικό чашка (προφέρεται το ίδιο). Σε χρήση σε πολλά μέρη της Ελλάδας: χωριά του νομού Δράμας, χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, στα Ψαρά, στην Ιθάκη, Πιθανών και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Μάλλον δάνειο από τα σλαβομακεδόνικα ή τα βουλγάρικα που πέρασε στα ελληνικά στη βόρεια Ελλάδα. Στα Ψαρά πιθανών ήρθε από τους έποικους από την ηπειρωτική Ελλάδα που τα εποίκισαν κατά το μεσαίωνα. Μοιάζει επίσης με το ουγγρικό csésze (προφέρετε τσίσε με μακρόσυρτο το δεύτερο "σ") που σημαίνει κύπελο (όχι το αθλητικό).

-Να στον κάνω διπλό στη τσάσκα τον καφέ;

-Όχι, μονό. Στο φλιτζάνι.

Επίσης εδώ και εδώ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Συνώνυμο του "ναι, τι νόμισες;", "προφανώς ναι, δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς", "τι περίμενες;". Τυπικό στην Αιτωλακαρνανία, δεν θυμάμαι να το έχω ακούσει αλλού. Παίζει καί στη Λευκάδα ως εισαγόμενο είδος από απέκεια*.

Εν ολίγοις, απάντηση θετική, με δόση ειρωνείας προς τον συνομιλητή για την άγνοια ή την αφέλειά του. Ο τόνος ανεβαίνει στην εκφορά του "ά", εξ ού και το ερωτηματικό.

Θρυλική η κραυγή "ναι, αμέ, αλλά;" του Μάριου Μπλάκμαν, βλ. ντηλέυ. Έκοψα καρπάθιαν φόρεστ για να ψάξω και δεν βρήκα, βρήκα μόνο "κυρίες μου;" και "πατώνεις;" εδώ. Αν έχει κανείς το κουράγιο...

- Πώπω, μας πιάσανε τον κώλο κανονικά και με το νόμο χτες στο εστιατόριο. Διακόσα ευρώ το κεφάλι η αστακομακαρονάδα...
- Αλλά;

*απέκεια: απέναντι, απ' την άλλη μεριά της θάλασσας, εγγύς Αιτωλακαρνανία στα Λευκαδίτικα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ρουμελιώτικη λέξη που σημαίνει κρυψίνους και ύπουλος, σιγανοπαπαδιά και σιγανό ποταμάκι με την καλή έννοια, δηλαδή με την κακή.

Παρατηρήσεις.
1. Εντελώς πανσπάνιο, αν όχι μοναδικό, το σύλμπεγμα συφμώνων -σκφ-, ε;
2. Ετυμολογία κανείς/καμιά; Πορτοκαλισμοί καλοδεχούμενοι...

  1. Ζητωντας και τα ρεστα απο το σαιτ λες και χρειαζεται πολυ μυαλο να καταλαβεις οτι δεν γουσταρω τα ερποντα , φασιζοντα και εξαρτωμενα σαιτ και αποπρυπτωντας επι σκοπο του σκοπου που σκοπευει μουσκφος και κακοριζικος ον , την ΑΛΗΘΕΙΑ καθοτι ειδες το δενδρο και οχι το δασος. Ομως η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΝΙΚΑ και η ιστορια και ο χρονος θα δικαιωνει οσους που, μπορει να εχασαν τις εκλογες , ειπαν την ΑΛΗΘΕΙΑ, οσους δεν χαιδεψαν αυτια...
    ΠΗΓΗ: http://pelasgia.blogspot.gr/2011/09/in-out.html

  2. ένταξει... δεν μπορείς να τον μισήσεις εύκολα... δεν είναι Άδωνις. είναι κρυφοπληγίτσα, σιγανό ποταμάκι, μουσκφός.
    ΠΗΓΗ: http://www.hiphop.gr/forum_topic/689547/2

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κατά τον πρώτο ορισμό (τον Αγρινιώτικο) σημαίνει κάνω μια δουλειά ταχύτερα, βιάζομαι. Ειδικότερα, στη Χίο, σημαίνει την πίεση που εξασκούμε στο έντερο κατά το χέσιμο για να βγει η πεισματωμένη κουράδα (επιτέλους), το σφίξιμο, το ζόρι(σμα).

Παράγωγο ουσιαστικό (και ευρύτερα χρησιμοποιούμενο), η ανέγκαση, που περιγράφει την εν γένει διαδικασία όπως και την κατάσταση του ανεγκάσματος.

  1. Μετά την εγχείρηση του χορήγησαν ένα ελαφρύ καθαρτικό για να μήν ανεγκάσει και σπάσουν τα ράμματα.

  2. Μπήκε σαν σίφουνας στις τουαλέτες κι άρχισε να βροντάει τις πόρτες, αλλά ο Μήτσος ήταν πάνω στην ανέγκαση και δεν μπορούσε να αντιδράσει...

  3. «Η παντρειά και το τσουκάλι θεν ανέγκαση μεγάλη» Χιακή παροιμία

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Προέρχεται προφανώς από το φάρμακο (το δηλητήριο, το προϊόν μαγείας, μαγγανείας) + λειτουργιά = το πρόσφορο.

  1. Έτσι άκουσα να λένε στου Καρπενήschh κάτι που είναι πολύ ακριβό για την αξία του. Χρησιμοποιείται με αυτό το νόημα φαντάζομαι με επίδραση από το φαρμακείο με το νόημα του ακριβού. Δεν ξέρω από πότε και γιατί κάτι ακριβό λέγεται φαρμακείο, ο ορισμός που υπάρχει στο παρόν site είναι στοιχειώδης, και ο Σαραντάκος λέει εδώ ότι λέγεται έτσι επειδή τα φαρμακεία πουλούσαν ακριβά πράγματα.

  2. Γουγλίζοντας το βρίσκω σε δυο-τρία σημεία του αχανούς ίντερνετς, και φαίνεται να σημαίνει τον αυθάδη, αντιδραστικό, ή ιδιότροπο άνθρωπο. Αλλά αν το προσέξετε, θα δείτε ότι ενυπάρχει στη σημασία του έστω λιγουλάκι κάτι το αμφίσημο, δηλαδή, ευλογία και μαγγανεία. Γιατί η ικανότητα για αντίδραση και το θάρρος είναι κάτι καλό, που καταλήγει κακό.

  3. Χρησιμοποιείται, όμως, και για να δηλώσει καθαρά και ξάστερα τον φαρμακερό άνθρωπο, τον φαρμακόγλωσσο και κακοπροαίρετο.

  1. - Άι, να πας στου Lidl, ο Μπακουκείνος φαρμακολειτουργιά είν'.

  2. Στα διαλείμματα οι δάσκαλοι, έβαζαν επιμελητές τους καλούς μαθητές, που εξόν από ρουφιανάκια προδότες ,παπαγάλοι , ήτανε και χοντροί γιατί δεν έπαιζαν με τά άλλα παιδιά. Ενώ εμένα δε με έβαζαν καθόλου που ήμουνα και καλή μαθήτρια και λιανή. Γιατί πρώτον δέν ήθελα αφού δε μου άρεσε η κλεισούρα, δεύτερον γιατί εκτός από «φαρμακολειτουργιά» ,«στριμμένο άντερο» ήμουνα και «πνεύμα αντιλογίας», και τρίτον, γιατί ήθελα να βάζουνε επιμελητή το Φωτάκη, το γιό του άλλου δάσκαλου που τον είχα μανία γενικώς.

απόεδώ , μια αυτοβιογραφική αφήγηση από Πρέβεζα.

  1. Την τρίτη μέρα πήγε η μητέρα τους στη βρύση κι οι άλλες νοικοκυρές κρυφογελούσαν.
    ― Που είναι η Φωτεινούλα; ρώτησε πονηρά μια φαρμακολειτουργιά.
    ― Είναι στη θεια της σήμερα…
    ― Στη θεια της; Κι ο κόσμος έβγαλε πως πάει ταξίδι… τάχα ν’ αρρεβωνιαστεί!...
    ― Όσα λέει ο κόσμος!...

από εδώ, από το πεζογράφημα «Ο Τέταρτος Άντρας», του Γ.Αθανά.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αλλιώς η Βωβούπολη, δηλαδή το τμήμα του Αμαρουσίου κοντά στην λεωφόρο Κηφισίας που είναι γεμάτο με κτήρια που κατασκεύασε ο Μπάμπης Βωβός, ή άλλη περιοχή με κτήρια του ίδιου κατασκευαστή, λ.χ. ο Βοτανικός (που δεν έχει όμως ολοκληρωθεί), η γενικά η Αθήνα ως ένας τριτοκοσμικός τόπος, όπου οι εκσυγχρονιστικές λύσεις τ. Ελλαδέξ θεωρείται ότι δεν έχουν και την καλύτερη πχοιότητα. Εξ ου και το β΄ συστατικό -στάν, που παραπέμπει σε υπανάπτυκτο κράτος που μάταια προσπαθεί να ακολουθήσει δυτικά πρότυπα, συχνά με τραγελαφικά αποτελέσματα.

Περισσότερα για το Βωβοκιστάν-Βωβούπολη στον ορισμό του Πάτση.

  1. επιμενω αστροπελεκι, τι δουλεια κανεις; αν θες βεβαια μου λες την αληθεια, διαφορετικά μπορείς να γραψεις: «αστροναυτης σε τροχια γυρω από το Βωβοκισταν» (Εδώ).

  2. Ο εμπνευστής και δημιουργός της «Βωβούπολης» ή «Βωβοκιστάν», του «μαρουσιώτικου Μανχάταν» με τους ενεργειοβόρους γυάλινους πύργους και τις εκνευριστικές, θηριώδεις, προκλητικές επιγραφές με το όνομα του: babis vovos. Ένας επαρχιώτης από τα Φιλιατρά, οπλισμένος μόνο με ένα πτυχίο πολιτικού μηχανικού, θράσος και οράματα από ταξίδια στο Μανχάταν. (Εδώ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τοπικός ιδιωματισμός στην περιοχή της Αιτωαλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας. Πρόκειται για απαξιωτικό σχολιασμό, αντίστοιχο του ευρύτερα γνωστού «κολοκύθια». Ειδικότερα και όταν ο σχολιασμός αφορά άποψη του συνομιλητή, εκείνος ως κοντραπαξία της απαξίας μπορεί να απαντήσει «φλοκ».

Η ορθή εκφορά του φλιτς, απαιτεί το λι να λέγεται με το πλαϊνό κάτω μέρος του στόματος για οξύτητα και ένα ανεπαίσθητο ι να ακολουθεί τη λέξη. Αδύναμο στο χαρτί, το φλιτς στα χείλια ενός γηγενούς των ως άνω περιοχών ή ενός έμπειρου χρήστη της τοπικής διαλέκτου μπορεί, συνοδευόμενο από τραχείς μορφασμούς του προσώπου, να εκφράσει άμεσα και παραστατικά την απαξίωση και να προκαλέσει, εφόσον απευθύνεται στο συνδιαλεγόμενο, ανασφάλεια και στιγμιαία συναισθηματική ανισορροπία.

  1. - Τσ'έδωσα τα παπούτσια στου χέρ(ι). Άι σμάνασ καμάρμ πουμόχσ πρήξ(ει) τα σκώτια.
    - Και τώρα ρε μαλάκα, ποιόσθασμαζώσει τα παιδιά.
    - Ξέρου γω μωρέ μαλάκα. Η βάβωτσ.
    - Καλά μαλάκα, φλίτσ(ι)
    - Φλοκ μαλάκα, πθκάτσω με ντπαλιοπτάνα να μβγάλει καρκίνου.

  2. - Πόσο έηχει αυτό;
    - Πεντ'ευρώ.
    - Να σ'δώσω 3;
    - Φλίτσ(ι)

  3. - Ξέρουμε το δρόμο προς την Ιθάκη. Έχουμε χαρτογραφήσει τα νερά.
    - Φλίτσ(ι) μαλάκα, πόχεις χαρτουγραφήσει τα νιρά. Τ'αρχίδιασ χαρτουγράφσες.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Οι όρχεις.

Πρόκειται για λέξη που βρίσκει κανείς φού και φού σε παλαιότερα κείμενα (προσώπικαλλυ την συνάντησα διαβάζοντας εξιστορήσεις του 1821, ιδίως Μακρυγιάννη), και επιβιώνει ως τοπικός ιδιωματισμός στην Κύπρο, και σε περιοχές της δυτικής Ελλάδας, όπως Επτάνησα, ή Δυτική Στερεά. Τα παραδείγματα που βρήκα στον γούγλη αναφέρονται σε όρχεις ζώων.

Ο Νίκος Σαραντάκος στο βιβλίο Λέξεις που Χάνονται (Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2011, σ. 147) γράφει ότι «η λέξη είναι μεσαιωνική και κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το ελληνιστικό επίθετο λιμβός (άπληστος, λαίμαργος), από το οποίο προέρχεται και το λιμπίζομαι», καθώς και ότι στην Κύπρο το γράφουν ως «λυμπά» με ύψιλον.

  1. Ο Γυμνασιάρχης Καρπενησίου Κώστας Παπακαρνάς απ` τη Φουρνά, ήταν συντηρητικόc; στις πολιτικές του πεποιθήσεις και οπαδός του Καφαντάρη. Κάποτε απέβαλε τον μαθητή του Νίκο Σαλούκο, που μυήθηκε στις Κομμουνιστικές αρχές.

Όταν τέλειωσε η αποβολή του, τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε αυστηρά:

«Ο πατέρας σου, ωρέ ζεβζέκη, σκοτώνεται για να μάθεις πέντε γράμματα, να γίνεις άνθρωπος, όχι να σπουδάζεις κομμουνισμό. Ξέρεις ωρέ, τι θα πει κομμουνισμός; Να σου πω εγώ. Ο κομμουνισμός, ωρέ, είναι σαν τα λιμπά του κριαριού. Κρέμονται, αλλά δεν πέφτουν. Η αλεπού όμως που τα βλέπει να κουνιόνται πέρα-δώθε λέει: «Δεν μπορεί. Εδώ θα πέσουν, εκεί θα πέσουν» και τρέχει όλη την ώρα από πίσω του. Αυτά τα έρμα κουνιόνται, αλλά δεν πέφτουν. Και η αλεπού ψοφάει από την πείνα. Τώρα κατάλαβες τι εστί κομμουνισμός, ωρέ! Να, έτσι βρε θα ψοφήσετε και σεις καρτερώντας να γίνει κομμουνισμός, να πέσουν του κριαριού τα λιμπά. Δεν πέφτουν ωρέ. Πάρτο χαμπάρι!». (Εδώ).

  1. Το τσοκάνισμα γινόταν με τον τσόκανο. Τον άνοιγαν σαν ψαλίδι, έβαζαν ανάμεσα το λουρί (το νεύρο των όρχεων) απ΄ όπου κρέμονταν τα λιμπά του ζώου και έδεναν την άλλη άκρη του. Βαρώντας μ΄ ένα ξυλόσφυρο το λιανό ξύλο του τσόκανου, κοβόταν το νεύρο κι έτσι νεκρώνονταν τα λιμπά. (Εδώ).

  2. «Έγιναν οι εκλογές και σκοτώθηκαν οι άνθρωποι. Και θα σκότωναν κι εμένα και δεν μπόρησαν, και μ' έπιασαν από τα λιμπά κι έκαμα τόσον καιρό οπού με πονούσαν». Ιωάννης Μακρυγιάννης στα Οράματα και Θάματα (παρατίθεται από τον Ν.Σ.).

Λέξεις για τους όρχεις και τα αντρικά γεννητικά όργανα συνολικά: αρχίδια, ζουβάχια, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καρύδες, κοκόβια, κοχόνια, κρεμαντζόλια, λιμπά, λυμπά, μπομπόλια, οικογένεια, παπάρια, τζοχανταραίοι. Ειδικά για συνώνυμα του πέους δες πέος.

Λέξεις για τα γυναικεία γεννητικά όργανα: γατάκι, κουτί, μουνί, μουτζό, μύδι, νιμού, πιπί, πουτί, πράμα, τρύπα, ψωλότσεπη.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τοπικός ιδιωματισμός της Ρούμελης και της επαρχίας γενικότερα, σύντμηση του να ήμουνα. Κλίνεται κανονικά, ήτοι: νάμαν, νάσαν, νάταν, νάμασταν, νάσασταν, νάνταν.

Σημείωση: πολλές φορές συνηθίζεται με το θα μπροστά, δηλαδή θα νάμαν κ.ο.κ.

- Ε, ρε και νάμαν 20 χρονών τι θα 'κανα!

- Λίγα περισσότερα λεφτά να 'χα και θα νάμαν τέλεια!

- πουλί νάμαν πουλί
Νάμαν πουλί να πέταγα
Νάμαν αμάν αμάν αμάν
(Νάμαν )

(από crystal_k, 29/11/11)(από Khan, 29/11/11)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία