Χρησιμοποιείται από τις αρχές του 1900, αντί του μπεκροκανάτα, δηλ. του μόνιμα μεθυσμένου.

Ο ρεμπέτης Κώστας Ρούκουνας.

(από xalikoutis, 24/03/09)

Βλ. και τσικουδόχοιρος

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συναντάται και ως Δώγκανος: ατσούμπαλος-αποχαυνωμένος, τύπος που κάνει ζημιές όλη την ώρα.

Ουσιαστικό: δωγκιά.

(Ο Χάρης περνάει να πάει να κατουρήσει και ρίχνει όλα τα τασάκια κάτω)
- Α ρε Χάρη, την έκανες την δωγκιά σου πάλι...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Βαρύς πόνος, μαράζι, καημός που σε πνίγει. Συνώνυμο του ντερτιού.

- Άλλος νταλκάς και αυτός με το σύμπαν.

Και που να πεις τον πόνο σου... (από Galadriel, 16/02/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η βελόνα τις σύριγγας.

Ε μπψηλέ, πάσαρε μια τον σέο κι από 'δώ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Για τους γνώστες «fear of the dark», ένα κομμάτι-σταθμός στην ιστορία του χέβι μέταλ (μουσική των σατανιστών) και στις προεφηβικές μουσικές ανησυχίες ουκ ολίγων παιδιών. Το εν λόγω τραγούδι είναι από το συγκρότημα των Iron Maiden (ναι, αυτές τις μπλούζες με τα τέρατα που φόραγαν τα μικρά σας ξαδερφάκια στο χωριό όταν έλειπαν οι γονείς τους).

  1. - Πωπω μαλάκα μου, εχθές το βράδυ γύριζα σπίτι ακούγοντας φεαρ οφ δε νταρκ στο γουόκμαν, σου λέω χαμός, χέστηκα πάνω μου!

  2. (Σκηνή απο φοιτητική λέσχη)
    - Ρε, φεαρ οφ δε ντάρκ δεν παίζει το ραδιόφωνο;
    - Ναι ρε! Άσε το φαγητό και σήκω να χτυπηθούμε!! ΦΕΑΡ ΟΦ ΔΕ ΝΤΑΡΚ

(από patsis, 03/04/11)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το μπρόκολο χρησιμοποιείται ως κόλλημα, ως απαίσια κατάσταση που δεν μπορείς να ξεκολλήσεις..

- Πού έχεις χαθεί ρε;
- Άσε ρε, έχω φάει μπρόκολο. Όλο διάβασμα και έρωτες...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο χαμηλών στάνταρ γενικά μεν, άξιος γαμησιού δε.

- Η γκόμενα δεν είναι καν γαμήσιμη φίλε... δεν είναι ΚΑΝ γαμήσιμη!

Βλ. και γαμισάμπλ, αξιαγάμητος/-η, φακάμπλ, fuckable, ευγαμήσιμη.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η παρτόλα, η γυναίκα που πάει με όλους.

Η Σούλα είναι σαν το ποδήλατο του χωριού: όλοι το έχουν πάρει μια βόλτα...

Βλ. και ψωλοκρεμάστρα, πασαγαμιόλα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο γαμίκουλας, που γαμεί πολύ.

- Έχω πάει με... μπορεί και 140 γυναίκες...
- Ίσα ρε γαμίκλα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο θηλυπρεπής, ο αδερφάτος, ο λούγκρας, η λουγκρητία.

Δεν καταλαβαίνω ρε φίλε, γιατί τα καλύτερα γκομενάκια τα τρώνε οι γυναικωτοί...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία