Συνώνυμο του μένω μαλάκας, μένω ξερός, μένω κόκκαλο. Συνήθως χρησιμοποιείται όταν παθαίνουμε κάτι που δεν το περιμέναμε.
Άσε πήγα να την πέσω σε ένα τρελό χθες, και προέκυψε λεσβία! Τρελή ήττα ο δικός σου...
Συνώνυμο του μένω μαλάκας, μένω ξερός, μένω κόκκαλο. Συνήθως χρησιμοποιείται όταν παθαίνουμε κάτι που δεν το περιμέναμε.
Άσε πήγα να την πέσω σε ένα τρελό χθες, και προέκυψε λεσβία! Τρελή ήττα ο δικός σου...
Βλ. και μένω καρότο, μένω πίπα, καγκελώνω, μένω κάγκελο. Ακόμη: ρίχνω, τρώω, πέφτω.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο χέστης, ο επιδειξίας ο οποίος όταν δει τα σκούρα την κάνει με ελαφρά.
- Μου 'κανε ζοριλίκια χθες ένας κουραδοκεφτές και μόλις πήγα να τον ξαπλώσω, το έβαλε στα πόδια!
Βλ. και κλάνας, ο, χέστης, κατουρλής, ο, κότα, μπουγατσόφλωρος, κουραμπιές, χεσμεντέν, χεζμεντέν, ζάζος
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Αυτός που περπατάει λες και έχει καταπιεί κρεμάστρα.
Ο πολύ γυμνασμένος (ή φουσκωμένος - γνωστός και ως τρόμπας ή πρησμένος), ο οποίος δεν παραλείπει σε κάθε ευκαιρία να επιδεικνύει τους μυς του (κυρίως σε γυναίκες).
Σχετικά: Κ.Δ.Ο.Α., κορμαρίων, μποντέος / μπονταίος, μποντιμπιλντεράς, ντούκι, σβάρτσος, σφίχτης, τίγκας, τίγκατρον, τρίπατος, φουσκωτός, χτιστός.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ξυπνάω.
Άντρας : - Γυναίκα , χτυπάει η πόρτα, τράβα άνοιξε!
Γυναίκα : - Tο κινητό σου είναι, νιώσε!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο κοντός, μικροκαμωμενος άνθρωπος.
Κοίτα ρε τον κομίνη, μωρό που κυκλοφορεί...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Χαρακτηρισμός γρήγορης οδήγησης σε δρόμο με στροφές.
- Πω πω πέρασε ένας φέτες το εσάκι...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Βλέπε κάγκουρας...
Πλακώσαν κάτι πιτσιρικάδες μολυντήρια...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Έτσι αποκαλείται η ομάδα της ΑΕΚ από τους οπαδούς των άλλων ομάδων.
- Την Κυριακή έχει ντέρμπι Ολυμπιακός - ΑΕΚ.
- Ε όχι ρε και ντέρμπι, με το αεκάκι ...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Χρησιμοποιείται όπως στο «δρόμο για» / «κατευθείαν στο».
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!