Ο μικρός, το μικρό. Το λέμε για να υποβιβάσουμε κάποιον.
- Κοίτα να δεις που μας την λέει το τσουτσέκι και ακόμα δεν βγήκε από το αυγό του!
Ο μικρός, το μικρό. Το λέμε για να υποβιβάσουμε κάποιον.
- Κοίτα να δεις που μας την λέει το τσουτσέκι και ακόμα δεν βγήκε από το αυγό του!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ο μπάτσος, δηλαδή ο αστυνομικός στα ποδανά (=ανάποδα).
Πάμε να φύγουμε γιατί θα σκάσει κανένας τσομπάς και θα μπλέξουμε!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Το σαράβαλο. Χρησιμοποιείται για μέσα μεταφοράς, κυρίως αυτοκίνητο αλλά και μηχανάκι, ποδήλατο κτλ.
-Κάνε άκρη μωρέ με το καρούλι σου. Ούτε τα 60 δεν πιάνει και είσαι και στην αριστερή λωρίδα!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Σημαίνει «κι έτσι». Γράφεται και προφέρεται σα μία λέξη και χωρίς το τελικό -ι. Χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει παραλληλισμό με μία κατάσταση ή έναν χαρακτηρισμό. Ουσιαστικά άχρηστο.
- Πήγαμε μπαρότσαρκα κιέτσ'.
- Άσε με, με τον μαλάκα. Την έχει δει αρχηγός κιέτσ'.
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Παραμυθιάζω, πουλάω φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
- Και τι λέγατε με τον λεγάμενο τόσες ώρες;
- Μου πουλούσε μπαλαμούτι μπας και του κάτσω...
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Ωραία, καλή φάση. Προέρχεται από την στρατιωτική αργκό αλλά πλέον έχει διαδοθεί και χρησιμοποιείται και στην καθομιλουμένη.
- Πώς περάσατε χτες το βράδυ στο πάρτυ;
- Τζάμι!!
Βλ. και τζιτζί, τζιτζιλόνι
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Παράφραση του Π.Α.Ο.Κ. (Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών). Το λήμμα χαρακτηρίζει τους κάτοικους του βόρειου τμήματος της χώρας (και κυρίως της Θεσσαλονίκης), σύμφωνα με τους κάτοικους του νότιου τμήματος, μιας που οι μεν εκλάμβαναν τη λέξη «ΠΑΟΚ» ως «ΜΠΑΟΚ» όταν την πρόφεραν οι δε (τώρα πια έχει φτάσει να χαρακτηρίζει και γραφικά άτομα από τον νότο που δεν καταλαβαίνουν ότι το αστείο παραπάλιωσε).
- Από Σαλονίκη είπες; ΜΠΑΟΚ-ΜΠΑΟΚ, φιλαράκι;
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Βλ. και: ασβός, ο, βρωμέας, ο, βρωμύλος, λερέτης, λιμοξίφτερος, μπιχλάντεν, μπίχλερμαν, ο, μπόχας, Πασχάλης, τυροβρωμίκουλας, χλέμπουρας
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Μπάτσος. Ιστορικά, προέρχεται από την παλιά (εποχή «είμαι μάγκας & κυκλοφορώ με το ένα μανίκι του σακακιού μου αφόρετο να σέρνεται») μάγκικη έκφραση υπαρξιακής αγωνίας «μπας κι είναι εδώ; μπας κι είναι εδώ;»
(Πολύ παλιός & άρα αδόκιμος όρος για παράδειγμα.)
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!