Ετυμολογία λέξης:(η καροτίδα) Χρησιμοποιείται κυρίως για να γίνει αντιληπτή η αίσθηση του θυμού.

Τί είπες ρε χλεχλέ; Θα σου κόψω τον γκαρούτσαβλο!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

"'Ε μπρο. Χαρμάνιασα. Πάμε για κανα τσιγάρο στα πεκ"

Μια ενέργεια που πραγματοποιείται κρυφά η με πρόθεση να μην γίνει αντιληπτή.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

'Αλλη μια έννοια της υπερκλασικής, αιώνιας και πολυχρηστικής λέξης "μαλάκας".Όταν προηγείται το άρθρο "ο" και ακολουθεί η κτητική αντωνυμία "σου" το πράγμα βαραίνει, είναι προσβόλα και είμαστε λίγο πριν από το ξύλο. Επίσης μπορεί να σημαίνει απλά το έτερον ήμισυ.

— Μαράκι πες στον μαλάκα σου να μην παρκάρει πετάει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι, θα τον εγαμήσω.

— Σκάει η Λένα με το μαλάκα της στο πάρτυ, τι φλώρος ρε μαλάκα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ψεύτης/τρα
Σε αντίθεση με τον ζαμπονιέρη, ο ζαμπονιάρης είναι ο ψεύτης. Σαν χαρακτηρισμός υπάρχει κυρίως στο νησί της Ρόδου και πιο συγκερκιμένα στα χωριά. Ο Ζαμπονιάρης/α δεν είναι απλά οποιοσδήποτε πει ψέματα, αλλά αυτός που λέει συνεχώς και όλοι τον έχουν καταλάβει.

Πάμε σήμερα στο Λόχαν; Άκουσα έχει τρελή φάση.
- Άσε βρε ζαμπονιάρη, απλά είναι όλες οι γκόμενες εκεί και θες να πας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αθάνατη ελληνική βρισιά βγαλμένη απο το θρυλικό πρωτάθλημα Β' ομάδων στα ΤΕΦΑΑ (Άρης - Ηρακλής, 0-1). Χαρακτηρίζει τον ομοφυλόφιλο άνδρα που είναι ένα σκαλοπάτι πιο πάνω στην ιεραρχία απο τους άλλους ομοφυλόφιλους άνδρες απο άποψη ομοφυλοφιλίας.

- Τι σφυρίζεις ρε πουσταροπούσταρε

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Μαζέτα, ή τριαντενή μαζέττα , ορίζεται ως ο/η δωροδοκημένος/η, ή ο/η ψεύτης/τρα , ή ο/η πονηρός/η. Προέρχεται απο την λέξη ιταλική mazzetta , που σημαίνει δωροδοκία. Συνήθως χρησιμοποιείται στον Ιαλυσό, μία πόλη του νησιού της Ρόδου, για να χαρακτηρήσει αυτόν που έχει δωροδοκηθεί, ή που λέει ψεμματα με κάποιον απώτερο σκοπό. Επίσης ως μαζέτα ή τριαντενή μαζέτα ( σ.σ Τριάντα = Ιαλυσός ), μπορεί να χαρακτηρισθεί και ο παπατζής

- Εμένα ο ξάδερφος μου δουλεύει στην ΝΑΣΑ

- Άντε μωρη τριαντενή μαζέτα στρίβε απο εδώ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η λέξη που περιγράφει έναν άνθρωπο χαζό, ή και ενοχλητικό με έφεση στην αποδοχή καρπαζιών, ολογράφως φάπας.

- Κοίτα τον Γιάννη πάλι πως μαλακίζεται

- Μία ζωή φυστίκας ήταν αυτός

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Γεια σου γαμόφλαρε παιδαρά!

Φλάρος είναι ο φραγκόπαπας. Την λέξη «γαμόφλαρος», αυτός που γαμεί τον φλάρο, ο Έλληνας την χρησιμοποιεί σαν κλητική προσφώνηση αντί για το «παλικαρά μου, λεβέντη μου».

Στο Βυζάντιο ο κλήρος ήταν και κράτος και διοίκηση. Από το πρώτο σχίσμα επί Φωτίου και ύστερα ολόκληρη η ιστορία του Βυζαντίου κλείνεται σε μια λέξη: στο αποτροπιαστικό και δυσώδες Filioque (και του Υιού). Στα χρόνια της Άλωσης το πράγμα είχε καταντήσει εκεί, που ο εχθρός του κράτους πια δεν ήταν ο σουλτάνος, αλλά ο πάπας.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ουσιαστικό - Θυληκό «Ράγισσα»

Τούρκικη καταγωγή. Προσβολή για Έλληνες, Αρμένιους και Πόντιους. Ο υποταγμένος, ο υποδουλωμένος, αυτός που πληρώνει χαράτσι.

Από το έτος 2020 άρχισε να χρησιμοποιείτε στην Πάτρα ακριβώς όπως χρησιμοποιούν οι Αφροαμερικάνοι την λέξη «nigger». (δηλαδή ένας όρος όπου επιτρέπεται να χρησιμοποιούν μόνο οι ομόφυλοι Αφροαμερικάνοι και κανένας άλλος, αλλιώς θεωρείται μεγάλη προσβολή)

1 - Γιο Ραγιά μου, τι λέει;

- Άσε ραγιά μου, έχω κόψει φλέβες με το αφεντικό μου. Απαίσιος ραγιάς!

2 - Ραγιά μου κοίτα δεξιά σου, αυτή είναι η γκόμενα που μου έβγαλε την πίστη.

- Έτσι είναι οι ράγισσες με κόκκινα μαλλιά...

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως επίθετο (Ραγιάδικο/η)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η πουτανίτσα.

Είδα χθες στην παραλία την Μαρία με καινούριο γκόμενο. Ο τρίτος για φέτος, καλά την είχα κόψει για ψωλοπιπέτα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία