Η κουκουβάγια στα αρβανίτικα. Δες και Κουκουμάτσια

Ζουμπουλία: Αντε μαρή κουκουμάφκα

λεζάντα video

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η ιδιαίτερα ευτραφής γυναίκα.

Πήγα να ανέβω με το ασανσέρ αλλά ήταν μια χερσοφάλαινα μέσα και δεν χωρούσε κανείς άλλος. Ανέβηκα με τις σκάλες τελικά.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Υποκοριστικό του καράφλα που χρησιμοποιείται σε μέρη της Βόρειας Ελλάδας

Εκείνος εκεί ο καρίφλας γυαλίζει απο χιλιόμετρα

καράφλα, επίδειξη

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Υποκοριστικό του φαλάκρα.

-Ε μικρέ δες το μαλλάκι του Μικρέ.
-Χαχα άστα φάλας έγινε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

αλλιώς και με την ονομασία "Χρήστος Αναγνωστόπουλος" (εν συντομία μπρήστος)

Μπρήστο σκάσε σε παρακαλώ με έχεις πρήξει!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Υποδηλώνει την κατάσταση κατά την οποία ένας άνθρωπος γίνεται στουπί, λιάρδα, σκνίπα, ζάντα κλπ, δηλαδή πίνει τα πόδια του, εν ολίγης μεθάει από την υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Αλλά μεθάει πολύ.

Ρε 'συ! γιατί ο Γιώργος κάνει οκτάρια; τις κάλτσες του ήπιε πάλι; [face palm] δεν είναι να δει οινόπνευμα αυτό το παιδί, αφηνιάζει! πίνει δίχως αύριο!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

(Διάλογος μεταξύ Θέιου Σκρουτζ και Ντόναλντ) Θ.Σ.: "Τσακίσου ανιψιέ! Τα νομισματάκια μου θέλουν γυάλισμα!" Ντ.: "Σνορτ!"

Επιφώνημα των Μικυμάου για το θυμό (χρησιμοποιείται αντί για γκρρρ, σγκρουντ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

μαλλιάΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ: άγνωστη, μάλλον προηγ. αιώνωνΡΗΜΑ ΜΠΡΥΛΙΖΩ έκφραση που χρησιμοποιειταί σε περιπτώσεις αγανάκτησης προς τον αναφερομενο οταν δηλαδη εχει κανει μαλακια,γαμιεται, πουστιζει τελος παντων. Προερχεται απο τον λεγόμενο ΜΠΡΥΛΟ.

ΠΧ -Μην μπρυλιζεις ρε μαλακα σε εχω μπανισει γτχς -Μπρυλιζε και του ειπα να φυγει -Ολο μπρυλιζεις ρε Μπρυλο

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

το εξής λήμμα σημαίνει ότι το ατμό που το λεει είναι απασχολημένο ή έχει επιβαρυμμένο πρόγραμμα και του ζητάται να κάνει κατι επιπλέον το οποίο ο ίδιος όμως δεν θεωρεί σημαντικό Δηλαδή το λήμμα εχει την σημαία ότι το άτομο δεν ενδιαφέρεται ή δεν θέλει να κάνει κατι καθώς το θεωρεί ασήμαντο η δεν εχει τον χρόνο για να το κάνει

-Γιώργο να πας σούπερ μάρκετ μόλις τελειώσεις με την δουλειά

-Άσε μας ρε Έλη δεν είχα άλλο παπά στα αρχίδια μου (να πάω)/(θα πάω) και σούπερ τωρα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

1.Όταν κάποιος λέει ψέματα.

-Ο Γιάννης δε θα έρθει γιατί θα κάτσει να διαβάσει.
- Πάλι τσιμιτσελιάζει ;


2.Όταν κάποιος κάνει το χαζό η ότι δεν καταλαβαίνει εσκεμμένα.


3.Όταν κάποιος κάνει κωλοτουμπα σε μια συμφωνία .

-Είχαμε πει μισά μισά τα τσιγάρα.
- Αυτά μείνανε τώρα ..
- Αντε ρε τσιμιτσέλη

Συνώνυμα : ψεύτης , κωλοτουμπας , παπατζης , τόγιας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία