Χαρακτηρισμός για κάποιον που δεν έχει αρκετή ή και καθόλου σχέση με αυτό στο οποίο αναφέρεται ο ομιλητής.

Χρησιμοποιείται κυρίως μειωτικά, για ανθρώπους που ενώ παρουσιάζονται ως σχετικοί, ή έστω προσπαθούν να είναι, παραμένουν καταβάση άσχετοι και αναρμόδιοι.

Ακόμη: ασχετοσχετικός.

  1. Όλοι είμαστε σχετικοάσχετοι για τον απλούστατο λόγο ότι η τεχνολογία τρέχει και εξελλίσσεται καθημερινά με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε κάθε μέρα μπροστά σε κάτι καινούριο το οποίο για να το κατανοήσουμε πρέπει να αντλήσουμε πληροφορίες γι' αυτό. (από εδώ)

  2. τι σημασία έχει πόσοι ήταν οι νεκροί του Πολυτεχνείου (και τι λένε διάφοροι σχετικοάσχετοι γι’ αυτό) ή πόσο μαζική ήταν για να τιμούμε την επέτειο ως λαϊκή εξέγερση και ως ΤΗΝ κορυφαία πράξη αντίστασης ενάντια στην χούντα; (από εδώ)

  3. Βασικά θα περιοριστώ στις αποδόσεις του Ladbrokes γιατί δεν μπορώ να χάνομαι σε ερασιτεχνικές συζητήσεις σχετικοάσχετων σχετικά με το ποια ομάδα παίζεται και ποια όχι. Αυτά είναι μαλακιές. Και πέρυσι η Ρέντινγκ ήταν φαβορί και πήγε γαμώντας αλλά με τις αποδόσεις που την χαρακτήριζαν τι να την κάνω. (από εδώ)

  4. Παρακαλούνται οι σχετικοάσχετοι πανηγυρίζοντες σχολιαστές να γνωρίζουν ότι το πρόβλημα της Ιρλανδίας ήταν ότι η ΕΕ ανάγκασε το δημόσιο να φορτωθεί όλα τα χρέη των τραπεζών της ,όταν έσκασε η φούσκα, οπότε αναγκάστηκε να κάνει περικοπές για να μπορέσει να πληρώσει τα χρέη τους. (από εδώ)

  5. Διότι κύριοι συνάδελφοι ΔΕΝ είμαστε καλοί επιχειρηματίες και δε θα μπορούσαμε να είμαστε ο καθένας μόνος του. Κι όσοι το πιστεύουν αυτό έχουν αλλάξει γνώμη (θέλω να ελπίζω) τα τελευταία δύο χρόνια όταν ισχυρότατα φαρμακεία πλέον στενάζουν από γεμάτα ράφια με προϊόντα και άδεια ταμεία. Οι ίδιοι που τους δημιούργησαν το πρόβλημα (πωλητές και product manager εταιριών, σεμιναριομάνατζερ, κάθε λογής “πετυχημένοι” σχετικοάσχετοι) τώρα τους υποδεικνύουν τη λύση: για να τα πουλήσουν πρέπει να αυξήσουν τη χρονική πρόσβαση. Το ότι με παραπλανητικές τεχνικές τους τα έχουν φορτώσει μειώνοντας τη ρευστότητά τους οι ίδιοι που τώρα τους παραδίδουν μαθήματα αναδελφοσύνης το έχουν καταλάβει; (από εδώ)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

  1. Η γκόμενα με την ευρύτερη έννοια, συμπεριλαμβανομένης και της συνομοταξίας μουνάρα. Βλ. και τα πολλά παράγωγα του συνθετικού -μούνα.

  2. Κάποιο αντικείμενο θαυμασμού, πόθου ή φετιχισμού.

  3. Σε σεσινεπασλάνγκ, γυναικείο Αραβικό όνομα (منى ) που σημαίνει «επιθυμίες».

  1. - Κάποια στιγμή διαπίστωσα ένα γυνακείο βλέμμα να έχει καρφωθεί πάνω μου, ήταν μια σαραντάρα περίπου, μούνα με ενα εξώπλατο φόρεμα που το σκίσιμό του άφηνε ακάλυπτο όλο το μπούτι, το έκφυλο βλέμμα της με είχε κυριολεκτικά αναστατώσει.
    (από εδώ)

  2. - Εγω σου λεω να βαψεις μαυρο (αλλα οχι ματ) ζαντες, σασι και καπακια μοτερ πορτοκαλι τα πλαστικα και αμα εχεις λευτα κανε ενα νικελ το πιρουνι και το ψαλιδι. Πιστεω πως θα ειναι πολυ μουνα αμα θες κανε τις ζαντες διχρομια οπως λες!!!
    (από εδώ)

  3. - Εδώ στο πρόγραμμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ιορδανία, η Μούνα συνεχίζει τον αγώνα της να ξαναπερπατήσει. Σήμερα, η Μούνα θα βάλει ξανά τα τεχνητά της μέλη... (από εδώ)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το μαχαίρι στο ιδίωμα των φυλακών του Μεσοπολέμου.

Εις αυτά όλα προσθέσατε και ωρισμένα άλλα αντικείμενα απηγορευμένα υπό του κανονισμού, τα οποία είτε κατώρθωσε να κατασκευάση ο κατάδικος εκ του μηδενός, με απίστευτον δεξιοτεχνίαν και εφευρετικότητα, είτε κατώρθωσε να τα “περάση” μέσα εις την “ψειρού” με δόλους που θα εζήλευε και αυτός ο πολυμήχανος Οδυσσεύς (μερικούς των οποίων θα τύχη να αναφέρω αλλού), προσθέσατε λέγω κανένα “Θανάση, κανένα “γοργόν”, κανένα “τραβηχτό”, προσθέσατε τον απαραίτητο “πιτσάκο”, κανένα τυχόν μικροσκοπικό “μπαγλαμαδάκι”, αντικείμενα τέλος των οποίων η κατοχή είναι ένας διαρκής κίνδυνος, σωστή σπάθη του Δαμοκλέους επί της κεφαλής του καταδίκου, των οποίων η απόκρυψις απαιτεί προσοχήν, διορατικότητα, ακατάπαυστον επαγρύπνησιν, και θα έχετε πάνω κάτω μίαν εικόνα του όλου νοικοκυριού, αν δεν έχετε ξεχάσει εν τω μεταξύ και τα λίγα άθλια “τσαμασίρια” (Πέτρος Πικρός).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Χαρακτηριστικό σλόγκαν - μιμήδιο από διαφήμιση του απορρυπαντικού Jet στα σέβεντιζ. Στη διαφήμιση ο εκφωνητής υποστήριζε πως το συγκεκριμένο απορρυπαντικό, διέφερε από τα άλλα διότι ήταν το μοναδικό ''με μπλε και πράσινους κόκκους'', κάτι που από ότι φαίνεται πρόδιδε ότι το Jet ήταν πιο αποτελεσματικό στους λεκέδες από τα άλλα, κοινά απορρυπαντικά τα οποία είχαν λευκούς, άχρωμους κόκκους. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε καμιά απολύτως διαφορά των ''άσπρων'' από των ''έγχρωμων'' κόκκων διότι έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά.

Σαν έκφραση χρησιμοποιείται για να δώσει μια παραπάνω αξία, ένα ξεχωριστό πλεονέκτημα σε κάτι/κάποιον, που στην πραγματικότητα δεν διαθέτει και εν τέλει απλώς δεν διαφέρει σε τίποτα με τους υπόλοιπους.

- Και για πες, τι διαφορά έχει αυτή η μπλούζα η καινούρια με αυτό το κουρέλι που κρατάς? - Ρε μάνα, μην την κάνεις ξεσκονόπανο! Αφού βλέπεις ότι έχει τεράστια διαφορά με την άλλη, έχει μπλε και πράσινους κόκκους! - Τι λες ρε βλαμμένο, φέρτη τώρα να κάνω τα τζάμια και άσε τις εξυπνάδες! - Ρε αφού στο είπα, το αμάξι αυτό είναι ακριβώς ίδιο με το άλλο που είδαμε. Μόνο η μάρκα αλλάζει! Όποιο και να πάρεις το ίδιο είναι! - Ρε συ, βγάζει μάτι από μακριά, αυτό έχει μπλε και πράσινους κόκκους, δε το βλέπεις?

Για ρούχα πράγματι αστραφτερά! (από kon011, 16/11/25) Δεν στοιχίζει παραπάνω, δεν περιγράφω άλλο! (από kon011, 16/11/25)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται στις μπουγάτσες.

Στου Ψυρρή υπάρχει μπουγατσάδικο που είναι σαν να βρίσκεσαι στη Θεσσαλονίκη!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Χαλαρώνω στα κομμέ. Συνήθως στην προστακτική: Λάρωσε!

Λάρωσε λίγο, πιες κάνα καφέ. (Εδώ).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Η φράση πέρασε στο λαϊκό λεξιλόγιο πριν 50 περίπου χρόνια. Πηγή της ήταν οι εισπράκτορες των αστικών λεωφορείων της εποχής.

Η τιμή των εισιτηρίων δεν ήταν ενιαία, αλλά καθοριζόταν από το μήκος της διαδρομής. Από την αφετηρία μέχρι την τάδε στάση, το εισιτήριο κόστιζε 1,30 δραχμές π.χ., μέχρι την δείνα στάση κόστιζε 1,60 δρχ, μέχρι την ταδεδείνα 2 δρχ, κ.ο.κ. Όποιος λοιπόν είχε κόψει από την αφετηρία εισιτήριο αξίας 1,60 δραχμών, έπρεπε να κατέβει μόλις το λεωφορείο έφτανε στην αντίστοιχη στάση, ή να πληρώσει την διαφορά μέχρι εκεί που ήθελε να συνεχίσει. (1)

Ο εισπράκτορας ανήγγειλε κάθε επόμενη στάση με μία μονότονη επαγγελματική φωνή, αλλά στις «τερματικές» μετά το όνομα της στάσης, η φωνή του γινόταν πιο ένρινη και αυστηρή όταν ανήγγειλε το game over των εκάστοτε εισιτηρίων, προειδοποιώντας έτσι τα ψιλολαμόγια να κατέβουν και να μην επιχειρήσουν παράβαση.

Παρ' όλο που ο εισπράκτορας ανήγγειλε σε κάθε τερματική στάση και το τέλος του δικαιώματος των εισιτηρίων της αντίστοιχης τιμής, «τέρμα τα μία και τριάντα», «τέρμα τα μία κι εξήντα», μόνον η φράση τέρμα τα δίφραγκα ευτύχησε να καθιερωθεί. Ίσως επειδή είχε μεγαλύτερο «όγκο» και στόμφο στην εκφώνηση, ή ίσως επειδή το δίφραγκο είχε αρκετή αξία και η φράση υποδήλωνε πως είχες κάνει και αρκετή υπομονή μέχρι τώρα.

Η φράση περικλείει και μια μαγκιά και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από την περασμένη γενιά, με την σημασία των: Μέχρι εδώ ήταν, Τέλος, Δεν πάει άλλο, Ως εδώ και μη παρέκει (2)

Χρησιμοποιήθηκε και σε πιο λάιτ έκδοση, για να δείξει την αποφασιστικότητα κάποιου ν' αλλάξει την μέχρι τότε στάση του. (3)

Μπήκε όμως και στην πολιτική φρασεολογία δείχνοντας την «μη ανοχή» του λαού απέναντι σε κάποιο πολιτικό πρόσωπο. (4)

Τέλος κατάφερε να δείξει και το τέρμα του νήματος για κάποιον. (5)

  1. Εισπράκτορας: «Παπάγου, τέρμα τα δίφραγκα»

  2. Σαν πολλά μου τα έκανες μάγκα μου. Ως εδώ ήταν, τέρμα τα δίφραγκα.

  3. Ωωπ αγαπούλα μέχρι εδώ ήτανε, δεν ξανακαπνίζω. Τέρμα τα δίφραγκα!

  4. «Στοπ κύριε υπουργέ! Δεν μπορείτε να εμπαίζετε άλλο τους αγρότες. Τέρμα τα δίφραγκα»

  5. -Άστα ρε Γιώργη, τον χάσαμε τον Μανώλη...
    -Τί λες ρε φίλε;
    -Ναι σου λέω, τέρμα τα δίφραγκα γι' αυτόν.

(από Βασίλης-7, 18/04/09)No more two pence, my lad! (από Jonas, 21/04/09)Αλέξανδρος ο Μέγας. 336-323 π.Χ.  Χρυσός στατήρας.  (από ο αυτοκτονημενος, 22/04/09)Να και το δίφραγκο! (από Jim Blondos, 17/11/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ειρωνικός χαρακτηρισμός για αναρχικούς που δρουν οργανωμένα και με πειθαρχία που θυμίζει στρατιωτική μονάδα, σε πλήρη αντίθεση με την παραδοσιακή εικόνα του χαοτικού και ατομικιστή αναρχικού. Ο όρος συνδυάζει το «αναρχικός» με το «τσολιάς», υπονοώντας μια παράδοξη μίξη επαναστατικότητας και «στρατιωτικοφανούς» οργάνωσης, ενίοτε με δόσεις επίδειξης ματσίλας ή ντεμέκ commando στυλιζαρίσματος.

Συχνά αποδίδεται σε μέλη ομάδων όπως ο Ρουβίκωνας, οι οποίοι πραγματοποιούν εντυπωσιακές (αν και συμβολικές) παρεμβάσεις, φορώντας πανομοιότυπα ρούχα και κινούμενοι με τάξη και συντονισμό, που θα ζήλευε και λόχος πεζοναυτών.

Τους είδες τους Ρουβίκωνες χτες που μπουκάρανε στο υπουργείο; Πολύ αναρχοτσολιάδες ρε φίλε, σαν σε άγημα μπήκαν.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Κοινώς, τον παίρνει. Για ευνόητους λόγους η έκφραση είναι ιδιαιτέρως παραστατική.

Όπως είπε και ο Ισαάκ Νεύτων μεταξύ άλλων, στέκομαι πάνω στους ώμους γιγάντων και δράττομαι της ευκαιρίας να συμπληρώσω την εμβληματική δουλειά του χρήστη tarantula, επεκτείνοντας τη λίστα με τις παρεμφερείς εκφράσεις, μνημείο της ευρηματικότητας και επινοητικότητας του Έλληνος.

Τα παραδείγματα δεν εξαντλούν τη λίστα αλλά αποτελούν μία καλή αρχή προς επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού, ο οποίος είναι η χρήση μίας μοναδικής έκφρασης ανά αδελφή εντός του ελλαδικού χώρου.

τα βερνικώνει τα φασόλια
τα κουνάει τα ζάρια
τα λέει τα κάλαντα
τα τραβάει τα βυζιά της πεταλούδας
τη βάζει τη κάλτσα στο συρτάρι
τη γαργαλάει την μπάμια
τη γυαλίζει την κάννη
τη γυρνάει τη μπετονιέρα
τη ζευγαρώνει την κάλτσα
τη μαδάει τη μαργαρίτα
τη μαδάει την παπαρούνα
τη μαρκαλίζει την κατσίκα
τη ματσακονιάζει τη βάρκα
τη ρυθμίζει την ένταση
τη σουρώνει την κουρτίνα
τη σουρώνει την ψαρόσουπα
τη στύβει την αντσούγια
τη φυσάει την σούπα
τη χαλαρώνει τη βαλβίδα
την αδειάζει την μπομπονιέρα
την ανοίγει την πίσω πόρτα
την ζουπάει την κέτσαπ
την καβουρδίζει την καραμέλα
την καθαρίζει την οδοντόβουρτσα
την καίει τη βάτα
την καρφώνει την μπαγλαντόπηχα
την καρφώνει την τσιμούχα
την κομποζάρει την πολυθρόνα
την κουνάει την αχλαδιά
την κουνάει την καμπάνα
την κρατάει την τιάρα
την κυνηγάει την πέρδικα
την ματσακονιάζει τη βάρκα
την ξελεπιάζει την ζαργάνα
την ξεφλουδίζει τη μπανάνα
την ξυρίζει τη μασχάλη
την οπισθογραφεί την επιταγή
την παριστάνει τη μπασκέτα
την παριστάνει τη σκούπα
την πλένει την εξωλέμβιο
την τζαγκουρνάει την πεύκα
την τινάζει την βερικοκιά
την τυπώνει τη σελίδα
τις βλέπει τις ειδήσεις των 8
τις γυρίζει τις μπριζόλες
τις μαζεύει τις ελιές
τις παίζει τις χορδές
το αλατίζει το γιαούρτι
το αρμέγει το φίδι
το βάζει το βέλος στη φαρέτρα
το βάζει το καλαμάκι στο φραπέ
το βάζει το ταψί στο φούρνο
το βγάζει το καπέλο
το βιδώνει το τιρμπουσόν
το γρασάρει το ρουλεμάν
το γυαλίζει το πόμολο
το γυαλίζει το σκαρπίνι
το γυαλίζει το φυνιστρίνι
το δαγκώνει το αντίδωρο
το δαγκώνει το μαξιλάρι
το δένει το μπουρνούζι
το δίνει το μπουρμπουάρ
το διπλώνει το σεντόνι
το εξαερώνει το καλοριφέρ
το ευλογάει το γένι
το ζυμώνει το μπιφτέκι
το καβουρδίζει το φιστίκι
το κανελώνει το ριζόγαλο
το καταπίνει το κουκούτσι
το κουνάει το μίλκο
το κουρδίζει το ρολόι
το κρατάει το δόρυ
το κρεμώνει το γαλακτομπούρεκο
το κρύβει το σαλάμι
το λαδώνει το σασμάν
το λαδώνει το τηγάνι
το λερώνει το πουκάμισο
το μαζεύει το λάστιχο
το μακιγιάρει το μπαρμπουνάκι
το μασουλάει το τουλουμπάκι
το μαστιγώνει το δελφίνι
το ματώνει το γόνατο
το μελώνει το παστέλι
το ξεβγάζει το πινέλο
το ξεπλένει το μαρούλι
το ξύνει το μολύβι
το ξυρίζει το ακτινίδιο
το πάει σούζα το τρίκυκλο
το πάει το γράμμα
το παρκάρει το μηχανάκι
το πατάει το γκαζι
το πεταλώνει το μυρμήγκι
το πιπιλίζει το καλαμάκι
το πλάθει το σουτζουκάκι
το πνίγει το κουνέλι
το ρουφάει το μύδι
το σηκώνει το σακάκι
το σηκώνει το χειρόφρενο
το σκουπίζει το μπαλκόνι
το στρώνει το σεντόνι
το στύβει το λεμόνι
το σφίγγει το καπάκι
το σφίγγει το μπουλόνι
το σφουγγαρίζει το κατάστρωμα
το τεντώνει το σεντόνι
το τινάζει το χαλί
το τραβάει το καζανάκι
το τρίβει το πιπέρι
το τσουλάει το διφραγκάκι
το τυλίγει το καλώδιο
το φοράει το περουκίνι
το φτύνει το κουκούτσι
το φυσάει το αχνιστό
το φυσάει το καλάμι
το χαϊδεύει το τριζόνι
το χαστουκίζει το δελφίνι
το χορεύει το λάτιν
το ψέλνει το ευαγγέλιο
το ψήνει το μπιφτέκι (κι από τις δυο μεριές)
τον αδειάζει το σκουπιδοτενεκέ
τον απλώνει τον τραχανά
τον αχνίζει τον κουραμπιέ
τον βάζει τον φορτιστή στην πρίζα
τον βαφτίζει τον Αλβανό
τον βοσκάει τον κένταυρο
τον βουτάει τον κολιό στο ξύδι
τον γυαλίζει τον αστακό
τον ζωγραφίζει τον πίνακα
τον κάνει τον σημαιοφόρο
τον μπουγελώνει τον παπαγάλο
τον ντραλονάρει τον καναπέ
τον ξεπατώνει τον αργαλειό
τον ξηλώνει τον καβάλο
τον πάει καλά τον σκαραβαίο
τον πάει τον απορροφητήρα
τον παλουκώνει τον δράκουλα
τον πασπαλίζει τον κουραμπιέ
τον πνίγει τον ιππόκαμπο
τον στρίβει τον ντολμά
το τινάζει το μυτζηθροκούλουρο
τον τσουρουφλίζει τον αστακό
τον φεσώνει τον περιπτερά
τον φτύνει τον ταραμά

Αξιοσημείωτο είναι το φαινόμενο ότι η συνδήλωση της ομοφυλοφιλίας οφείλεται αποκλειστικά στα συμφραζόμενα και τα εξωγλωσσικά στοιχεία και την σύνταξη προληπτική αντωνυμία + ρήμα + έναρθρο ουσιαστικό και καθόλου στις λέξεις που αποτελούν τη φράση. Έχουμε, δηλαδή, το φαινόμενο της υπό συνθήκες παραγωγής νοήματος από την σύνταξη της πρότασης και μόνον, εξ ου και η εν τέλει ανεξάντλητη ποικιλία των φράσεων αυτού του τύπου.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όταν το άδικο έπνιγε το 10χρονο στην αλάνα διότι ο μάγκας της γειτονιάς άλλαζε διαρκώς τους κανόνες του παιχνιδιού προς όφελός του, η κραυγή δε στρέχει ήταν η πρώτη απάντηση.

- Πάλι τα φυλάς εσύ.
- Γιατί;
- Γιατί έτσι.
- Έεεε, δε στρέχει, δε στρέχει. Είναι σειρά σου. Δε στρέχει.

Από το αρχαίο ελληνικό ρήμα στέργω (=δέχομαι, συναινώ). Το στέργω μετασχηματίστηκε τον μεσαίωνα σε στρέγω και τελικά σε στρέχω. στέργω (αρχαίο) > στρέγω (μεσαιωνικό) > στρέχω (νεοελληνικό)
Το απρόσωπο ρήμα δεν στρέχει δηλώνει την έλλειψη συμφωνίας/συναίνεσης.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία