Εις την κρητικήν: σκαλίζω, αναμοχλεύω. Συνηθέστερη χρήση: για όσους σκαλίζουν τη μύτη τους, ιδίως για εκείνους που επιδίδονται σε πραγματική ανασκαφή και ο δείκτης τους σχεδόν χαϊδεύει μέρος του μυαλού τους.

  1. Οι άντρες αδυνατούν να καταλάβουν πως τους βλέπουμε στα φανάρια όταν ξαγκλούν τη μύτη τους.

  2. Στη Σάμο, όλοι ανεξαιρέτως ξαγκλούν τη μύτη τους έτσι! Δημόσια, χωρίς καμιά αιδώ! Σου μιλάνε και ξαγκλούν τη μύτη τους λες και περιμένουν να βγει ο θησαυρός από εκεί!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Πολύ δυνατός, διαπεραστικός. Παράφραση του δριμύτερος. Συντάσσεται συχνά με το ρήμα επανέρχομαι.

Είναι πλέον λιγότερο αστείο απ' όσο νομίζουν αυτοί που το χρησιμοποιούν ακόμα.

— Τι έγινε; Σου διάλυσα το στρατό και λούφαξες.
— Θα δεις! Θα επανέλθω δημήτριος! Χα χα!
— ...
— Τι;
— Δεν ήταν αστείο...

(από xalikoutis, 29/11/08)(από patsis, 19/02/11)

Ακόμη: δριμύτρελος. Δες και μπαμπαδισμός.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η διαδικασία pot-σης κατά την οποία δύο ή περισσότεροι pot-ες είναι συνδεδεμένοι με κάμερα μέσω διαδικτύου και πίνουν χόρτο. Η φράση αυτή έχει ως γλωσσική βάση της τον όρο cyber sex.

Cyber pot βέβαια, να πίνουν μόνοι τους, οπότε μπαίνουν on-line και πίνουν με φίλους τους από άλλες πόλεις ή χώρες. Το σωστό cyber pot προϋποθέτει όσοι είναι on camera να πίνουν. Ε, τι; μισές δουλειές θα κάνουμε;

- Ήμουν χθες Skype και μιλούσα με την Inga, τη φίλη μου από τη Σουηδία. Δυο ώρες κάναμε cyber pot, λιώσαμε!
- Α, δηλαδή πάθατε υπερχόρτωση!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Εκτός από το γνωστό και κυριολεκτικό καμάκι, (αυτό ντε που χρησιμοποιούν διάφοροι κακοί για να σκοτώνουν φάλαινες) και το ποιητικό (αυτό το ηλιακό του Ρίτσου με το οποίο η αθάνατη Ρωμιοσύνη καμακώνει τον εχθρό), υπάρχει και το ανά την υφήλιο διάσημο καμάκι του Έλληνος, το οποίο αποτελεί τρόπο εξεύρεσης γκόμενας διά της μεθόδου την-πέφτω-σε-όλες-κι-όποια-κάτσει.

Το καμάκι είναι παράγωγο προϊόν της τουριστικής ανάπτυξης που γνώρισε η χώρα μας τα τελευταία 30 περίπου χρόνια. Ανυποψίαστες τουρίστριες (όχι αναγκαστικά απ' αυτές τις διψασμένες του Τζιμάκου), οι οποίες έρχονταν στην Ελλάδα για τον ήλιο, τη θάλασσα, το ψάρι και την εξαιρετική μελιτζανοσαλάτα, βρίσκονταν ξαφνικά πλευρισμένες από τραγικό κατά τεκμήριο τυπάκι, το οποίο με ατάκες που διασώζονται μέχρι σήμερα μόνο ως ανέκδοτα και πενιχρές έως ανύπαρκτες γνώσεις ξένων γλωσσών προσπαθούσε να τις «καμακώσει», δλδ να τις καβατζώσει για πάρτη του και βέβαια να τις περτσινώσει.

Λόγω της σεξουαλικής ένδειας εκείνων των πέτρινων χρόνων, το καμάκι πολλές φορές, πιστό στην κυριολεκτική του αποστολή, χτυπούσε θηλυκά του γενικού τύπου όρκα ή Φάλαινα Άντερσον...

Υπό αυτή την έννοια, το καμάκι υπάρχει μεν ακόμα στα νησιά μας, αλλά όπως δεν υπάρχει πλέον ψάρι στη θάλασσα (κατά ομολογία των επαγγελματιών), έτσι και το άθλημα αυτό δεν έχει το αποτέλεσμα που είχε σε άλλες δεκαετίες. Λίγο ότι μας έμαθαν οι τουρίστριες, λίγο ότι πλέον (όπως θα δούμε και παρακάτω) τη βρίσκουν κι αλλιώς, έκοψε η μαγιονέζα.

Το καμάκι πλέον έχει αλλάξει επίπεδο και αφού διάγουμε την εποχή της πληροφορίας και ο δαιμόνιος Έλληνας δεν μπορούσε να μείνει πίσω, έχουμε διάφορες μορφές ηλεκτρoνικού καμακιού.

Ξεκίνησε με το chat. Εφαρμογές IRC (Internet Relay Chat) στους υπολογιστές, μέσω των οποίων το επίδοξο e-καμάκι (αν δεν είναι εντελώς e-tard) μπαίνει σε θεματικά «δωμάτια» και προσπαθεί να γνωρίσει γκομενάκια και να ρίξει κατά βάση κανέναν e-πούτσο και ΑΝ είναι μάγκας και τυχερός να γνωρίσει το προαναφερθέν γκομενάκι irl (in real life) και να πέσει και κανονικός πήδουλας.

Μετά ήρθε το φατσοβιβλίο που λέει κι ο θεάνθρωπος και το πράγμα έγινε πιο διαδραστικό, ιντεράκτιβ επί το ελληνικότερον. Φωτογραφίες, γκρουπς, ιστορίες, όλα για το ίδιο και γνωστό προαιώνιο λόγο: το Μουνί (κατά την θεωρία πάντα του μουνισμού).

Με την τρελή ανάπτυξη των κινητών, ένα ακόμη είδος e-καμακίου ευδοκιμεί πλέον: μέσω bluetooth. (σ.σ. δεν περιορίζεται μόνο στους φιλοκυβερνητικούς παράγοντες - απλή σύμπτωσις). Ανοίγουμε bluetooth και ψάχνουμε τι παίζει εδώ γύρω. Παρά την περιορισμένη εμβέλειά του, σε χώρους με πολύ κόσμο και χαζές γκόμενες που έχουν βάλει τ' όνομά τους ως όνομα συσκευής για τις ανάγκες του bluetooth, κάτι γίνεται.

1 - Κυριολεκτικό
- Ρε Μήτσο, πιάσε το καμάκι γιατί αυτό το γουφάρι θα μας γαμήσει μέχρι ν' ανέβει. Να 'σαι έτοιμος μόλις σου πω.
- Νταξ αφεντικό.

2 - Ποιητικό / Ηλιακό
... κι αντριεύει και θεριεύει και καμακώνει τον εχθρό με το καμάκι του Ήλιου

3 - Σλανγκικό
- Do you have weather for a coffee;
- Are you serious;!
- No, I'm Greek.

4 - Διάφορες καμακερές ατάκες (και δυστυχώς για τους επίδοξους γαμίκους οι αντ-ατάκες), όπου Α=άντρας και Γ=γυναίκα.

A: Eχουμε συναντηθεί κάπου εμείς;
Γ: Ναι, γι αυτό δεν πηγαίνω πια εκεί.

Α: Είναι αυτή η θέση κενή;
Γ: Ναι και αυτή που κάθομαι εγώ θα είναι επίσης κενή αν καθίσεις εδώ.

Α: Λοιπόν, θέλεις να έλθεις στο σπίτι μου;
Γ: Μμμμ, δεν ξέρω. Χωράνε δύο άνθρωποι κάτω από την ίδια πέτρα;

A: Σπίτι σου ή σπίτι μου;
Γ: Και στα δύο. Εσύ σπίτι σου και εγώ στο δικό μου.

Α: Θα ήθελα να σου τηλεφωνήσω. Ποιο είναι το τηλέφωνό σου;
Γ: Είναι στον κατάλογο.
Α: Ναι αλλά δεν ξέρω το όνομά σου.
Γ: Και αυτό είναι στον κατάλογο.

Α: Έλα λοιπόν, αφού για τον ίδιο λόγο ήρθαμε σε αυτό το μπαρ σήμερα.
Γ: Σωστά, ας βρούμε λοιπόν καμιά γκόμενα.

Α: Ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, μωρό μου.
Γ: Τότε ευχαρίστησε με, αφήνοντας με μόνη μου.

Α: Θέλω να σου δωρίσω τον εαυτό μου.
Γ: Συγγνώμη, αλλά δεν δέχομαι φτηνιάρικα δώρα.

Α: Μπορώ να μαντέψω ότι με θέλεις.
Γ: Ωωωωω, ναι, έχεις δίκιο. Σε θέλω φευγάτο.

Α: Αν σε δω ποτέ γυμνή, θα πεθάνω ευτυχισμένος.
Γ: Ναι αλλά αν σε δω ποτέ εγώ γυμνό, θα πεθάνω από τα γέλια.

Α: Το σώμα σου είναι σαν ιερός ναός για μένα.
Γ: Λυπάμαι αλλά δεν έχει λειτουργία σήμερα.

Α: Θα μπορούσα να σου δώσω τα πάντα.
Γ: Ωραία, ας ξεκινήσoυμε από τον τραπεζικό σου λογαριασμό!

Α: Θα μπορούσα να πάω ακόμη και στο τέλος του κόσμου για χάρη σου.
Γ: Ναι, αλλά θα μπορούσες να μείνεις εκεί για πάντα;

(από τη #1 πηγή άχρηστων πληροφοριών - το διαδίκτυο)

Το κυριολεκτικό (από acg, 08/10/08)

Σχετικό: θερμά συγχαρητήρια στον μπαμπά και στη μαμά...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σεφ ή εστιατόριο που έχει βραβευτεί με αστέρι Μισελέν. Η λέξη καθιερώθηκε με το πρώτο ελληνικό Μάστερ Σεφ (με τον Πετρετζίκη), όμως έγινε μέρος καθημερινότερων συζητήσεων με τα επόμενα, στο Σταρ.

Παράδειγμα:

  1. Μισελενατο εστιατόριο ακριβώς δίπλα από την κεντρική πλατεία της Λιλ. Τα πάντα άψογα από το σέρβις μέχρι το φαγητό. https://www.tripadvisor.com.gr/Restaurant_Review-g187178-d2294762-Reviews-Monsieur_Jean-Lille_Nord_Hauts_de_France.html

  2. (Απόσπασμα απο συνέντευξη Πετρετζίκη σε Ε. Μελέτη).

Μ: Στο δοκιμαστικό, τι σε έβαλαν να κάνεις βασικά; [...] Εσύ ήξερες τι μενού παρουσιάζει το εστιατόριο; Π: Ήτανε Μισελενάτο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο μάγκας ο σωστός που δεν τον πιάνεις από πουθενά. Ο άνθρωπος της πιάτσας ο οποίος είναι τετραπέρατος και γατόνι και πιάνει πουλιά στον αέρα αλλά που είναι συγχρόνως και ντόμπρος και ξήγας και εντάξης.

Η προέλευση της λέξης είναι από τα Αλβανικά και συγκεκριμένα από το qift που σημαίνει γεράκι - αυτό λένε τα λεξικά. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας η λέξη τσίφτης χρησιμοποιείται και κυριολεκτικά - είναι ένας τύπος μικρόσωμου γερακιού. Και οι λέξεις ξεφτέρι και σαΐνι σημαίνουν αρχικά γεράκι και μετέπειτα πήραν και τη σημασία του ξύπνιου ανθρώπου. Ο τσίφτης, βέβαια, έχει επιπλέον ότι είναι και τύπος μπεσαλής.

Η λέξη δεν προέρχεται από το τούρκικο çift που σημαίνει ζευγάρι. Ενδιαφέρον έχει αν υπάρχει σχέση με το επίσης τούρκικο çifιt που σημαίνει πονηρός, επιτήδειος αλλά και τσιφούτης.

Τσίφτης είναι προσδιορισμός πρωτίστως για άντρες και συχνότατα απαντάται στη φράση «μάγκας, τσίφτης και καραμπουζουκλής» - όπως είπε και ο acg όταν έκανε την παραγγελιά. Το τσίφτισσα είναι πιο σπάνιο. Η σημασία είναι πάνω-κάτω ή ίδια - γυναίκα μαγκιόρα, άξια και ξηγημένη που δεν κάνει χαζά καμώματα και γκομενιλίκια.

Στο ουδέτερο, το τσίφτικο, η λέξη μπορεί να πάρει και μια άλλη σημασία όταν αναφέρεται στην εμφάνιση. Τσίφτικο, λοιπόν, μπορεί να είναι κάτι σένιο, τσίλικο και τέφα. Τώρα πια η λέξη έτσι χρησιμοποιείται κυρίως ειρωνικά.

Εκτός από τον μάγκα και το γεράκι, ο τσίφτης έχει και μια άλλη, ασυνήθιστη σημασία. Είναι μια μικρή λαβίδα, κάτι σαν πενσούλα, με στρογγυλεμένες τις άκρες. Έχω ακούσει τη λέξη να χρησιμοποιείται κυριολεκτικά από ρολογά αλλά και μεταφορικά όταν κάποιος δουλεύει τον αντίχειρα και τον δείκτη πολύ επιδέξια σε κάποια ψιλοδουλειά.

  1. Ο σωστός αντρας, ο τσίφτης , ο καραμπουζουκλής, πρέπει να ξέρει απο μαστροδουλειές. Όλα και όλα , αν δεν αλλάζει -το λιγότερο- λάμπες, πίσω στην αντιπροσωπεία για αλλαγή! (Από φόρουμ)

  2. Ένα βράδυ στη Καστέλα
    σε μια όμορφη κοπέλα
    που 'παιρνε τ' απεριτίφ της
    ρίχτηκ' ένας τσίφτης
    απ' την Κοκκινιά (Από το Αχ βρε παλιομισοφόρια, Α. Σακελλάριος-Μ.Χατζιδάκις, πρώτη εκτέλεση Β. Αυλωνίτης)

  3. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι από ένα αγγλόφωνο βλόγιο(ν) (eugenia.gnomefiles.org) το οποίο τσιτάρει στο πρωτότυπο Ελληνικό το εξής απόφθεγμα του Νίκου Δήμου:

    “Ο τυπικός Ρωμιός είναι λεβέντης, μερακλής, τσίφτης, ασίκης, χουβαρντάς, ντόμπρος, μάγκας, βλάμης, μπεσαλής και καπάτσος. Καμιά φορά τεμπέλης, το ρίχνει στο χουζούρι και στο ραχάτι – μαχμουρλής, στο ντιβάνι, κοιτάει το ταβάνι. Του αρέσει ο παράς, το μπαξίσι, το κέφι και το γλέντι. Άμα τον πιάσει ο σεβντάς ή ο νταλγκάς για καμιά νταρντάνα, γίνεται νταής (μπελάς, ο γρουσούζης!) και άμα τον χτυπήσει ντέρτι και σεκλέτι, γίνεται μπεκρής και τον πονάει ο ντουνιάς.”

Και ο/η μπλόγκερ σχολιάζει:

To non-Greek readers: the interesting thing with his definition of “Greek person” is that the definition itself is written using 25 turkish, 3 albanian, 2 italian and 1 slavic nouns — words used a lot in the daily Greek language.«

  1. Άτσα! κουστουμιά ο ανάπηρος! Τσίφτικο, δικέ μου! Μπιτσιάνι είναι;

  2. Και που λες, πάμε στο Κινέζικο χτες και στο διπλανό τραπέζι είναι μια παρέα κι έχει κι ένα μωρό - ούτε ενός έτους δεν ήτανε. Και να δεις πώς έτρωγε το ρύζι - έβγαλε τον τσίφτη και τόπιανε σπυρί-σπυρί

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Άτομο το οποίο πέρδεται κατά λάθος, παρουσία άλλων, με αποτέλεσμα να γίνει αντικείμενο χλευασμού και πειραγμάτων.

Πριν πάει στο πάρτι, ο Γιώργος είχε φάει πικάντικα λουκάνικα. Ούτε καν του πέρασε από το μυαλό ότι θα του δημιουργούσαν πρόβλημα. Όταν πια το κατάλαβε ήταν ήδη αργά: Βρισκόταν στο πάρτι, τίγκα στον κόσμο (προ κορονωιού). Κάποια στιγμή δεν άντεχε πια και την αμόλησε. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, το έκανε εκείνη τη σύντομη στιγμή της παύσης ανάμεσα σε δυο τραγούδια... Ξαφνικά, όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν. Είχε γίνει ο κλασίγελως του πάρτι!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Θηλυκό: η απτάλω (ή η αμπντάλω)

Ο ατσούμπαλος, ο εξαιρετικά απρόσεχτος. Διακρίνεται για την ικανότητά του να σκοντάφτει χωρίς λόγο, να ρίχνει πραγματα και να πατάει ξένα πόδια.

Εννοιολογικά συγγενής λέξη με το αντάβαλος.

Επίσης: απτάλς, αμπντάλης.

Αουτς!!! Με ξέρανες ρε μαλάκα... Τι απτάλης είναι αυτός θεέ μου...

Abdal... (από BuBis, 20/05/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Η αρχιδοσύνη είναι μια από τις ιδιότητες των σούπερ αντρακλαρων και συγκεκριμένα είναι η ιδιότητα του αρχιδάτου.

Αυτό το πατριαρχικό κατάλοιπο, η τακτική του πουλάω αντριλίκι και μαγκιά και μετά βάζω την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια θα ήταν μια φορά γραφικό αν το έκανε κάποιος άλλης ιδεολογίας. Όταν όμως ακολουθείται από τους τύπους που σαν κεντρική ιδεολογία προτάσσουν αυτό το “αντριλίκι”, την ντομπροσύνη, την παρωχυμένη πατριαρχική αρχιδοσύνη, τότε γίνεται δέκα φορές πιο γραφικό και κυρίως χρήσιμο.

Πηγή:https://www.blogopaignio.gr/mparmparousis-o-tupos-tou-paroxumenou-patriarxikou-arsenikou/

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Σλανγκιὰ παλαιᾶς κοπῆς, ἐν χρήσει στὸ ΕΜΚ* καὶ στὸ ΕΜΠ** τὴ δεκαετία τοῦ 1970. Σημαίνει βλέπω κρυφὰ

Α. τὰ φύλλα τοῦ ἀντιπάλου στὴ χαρτοπαιξία

Β. τὸ βιβλίο, τὸ γραπτὸ τοῦ συμφοιτητῆ, ἢ τὸ σκονάκι στὶς ἐξετάσεις.

Ἑτυμολογία: ἀπὸ τὸ μπανίζω καὶ τὸ μπαγιόκο. Λεξικὸς συμφυρμὸς, κατὰ τὸν Νῖκο Σαραντᾶκο.

Γιὰ τὸ μπαγιόκο δὲς ἐδῶ κι ἐδῶ

*ΕΜΚ: Τὸ καφενεῖο "Μετσόβιο", φοιτητικὸ στέκι, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πλαϊνὴ εἴσοδο τοῦ Πολυτεχνείου στὴ Στουρνάρα. Ὁ Τάσος, ὁ καφετζῆς τῆς δεκαετίας τοῦ 70, ἀπαντοῦσε στὸ τηλέφωνο λέγοντας:

"Ἐδῶ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Καφενεῖο".

**ΕΜΠ: Τὸ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Πολυτεχνεῖο, φυσικά.

Α. Μαλάκα, ἔτσι καὶ ξανακάνεις μπανιόκο στὰ φύλλα μου, κομμένη ἡ παρτίδα.

Β. -Πῶς τὰ κατάφερες καὶ πέρασες τὸ μάθημα χωρὶς διάβασμα.

-Νά ᾿ναι καλὰ ὁ Κυριᾶκος ποὺ μ᾿ ἄφησε κι ἔκανα μπανιόκο στὸ γραπτό του

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε