Στο συγκεκριμένο λήμμα, ούτε βάρκα θα αδειάσουμε από όμβρια ύδατα, ή θαλασσινό νερά, ούτε καν για βάρκα μιλάμε.

Οπότε τι έχει στην γκλάβα του ο ποιητής όταν σπικάρει την ατάκα;

Τα νερά που πρέπει να αδειαστούν είναι τα ούρα και η βάρκα (λόγω κοιλότητας μαζεύει νερά) παραπέμπει στην ουροδόχο κύστη που συλλέγει τα ούρα.

Οπότε το άδειασμα της βάρκας αντιστοιχεί στο άδειασμα της ουροδόχου κύστης μέσω σεϊκερ. Και για να το σπάσουμε σε φραγκοδίφραγκα, εκφέροντας τον όρο εννοούμε πως πάμε να ρίξουμε έναν πέο κάτουρο, πως πάμε για κατούρημα ντε.

Η παλιά αυτή πλακατζίδικη ατάκα μιλάει για κατούρημα, κωδικοποιημένο σε ψαράδικο format. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα κατούρημα διανθισμένο με θαλασσινό αγέρα, με αρμύρα, με γλαροπούλια κι άλλα τινά.

- Πού πας ρε Μήτσο τρέχοντας; Κάτσε λίγο να σου πω κάτι ενδιαφέροντα νέα που άκουσα.
- Πάω να αδειάσω τη βάρκα αδελφέ... Αργότερα τα άλλα.
- Καλό βόλι τότενες.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία