Ρε τον πούστη τον μπαταξή έχει πέντε μήνες που με (πάοκ σε λέω) δάγκωσε το χιλιάρικο και ακόμη τον ψάχνω.

Με το συμπάθιο αλλά ο μπαταξής, ή αλλιώς το μπατάκι, δεν είναι ο τρακαδόρος. Είναι αυτός που από πεποίθηση δεν επιστρέφει τα χρωστούμενα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Παλιά κλασσική τουρκομερίτικη έκφραση που σημαίνει τον τζαμπατζή ή κακοπληρωτή οφειλέτη. Εξακολουθεί να χρησιμοποιείται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα (και ως μπαταχτσής κατά τα μπαξές-μπαχτσές, καϊξής-καϊκτσής κ.α.).

Να μην συγχέεται με το επίσης τουρκικό σελέμης, διότι αυτός είναι μάλλον εκ μιζέριας τρακαδόρος και φτωχομπινές, ενώ ο μπαταξής είναι κακόπιστος οφειλέτης αντικειμένου οιασδήποτε αξίας.

Εν Πάτραις, το συνώνυμο του μπαταξή λεγόταν μια δόση και «μπήχτης» = τρακαδόρος / βουταδόρος (εκ του μπήγω= φεσώνω / κάνω τράκα / βουτάω πράγματα, δηλ. εξομοιώνεται με τον κλέφτη.

Εν Αγγλία, η δολία αποφυγή πληρωμής εισιτηρίου (fare dodging), δηλαδή το μπαταξιλίκι κομίστρου, υπάγεται στην κατηγορία των ατιμωτικών αδικημάτων (dishonest crimes), δηλαδή τυχόν καταδίκη συνεπάγεται στέρηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος σε ορισμένους κλάδους (π.χ. δικαιοσύνης-δικηγόροι, οικονομικών-εφοριακοί, λογιστές κ.α.), κώλυμα προσλήψεως ή και απόλυση, όπως ακριβώς παρ’ ημίν με τα ατιμωτικά αδικήματα κατά της περιουσίας (π.χ. κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη κτλ).

Τα παλιά χρόνια, οι πιτσιρίκοι ανέβαιναν στο πίσω μέρος του τραμ κι έκαναν «σκαλομαρία», δηλαδή σκαλώναν στους πίσω προφυλακτήρες με τα πόδια τους να κρέμονται, προκειμένου να μην τους πάρει είδηση ο οδηγός και πληρώσουν εισιτήριο (γιατί η φτώχεια ήταν απερίγραπτη). Κάθε φορά που ο τραμβαγέρης τους αντιλαμβανόταν, σταματούσε, κατέβαινε και τους έστελνε ή απειλούσε ότι θα τους πάρει ο διάολος. Οι πιτσιρίκοι, φυσικά, είχαν κατέβει και κορόιδευαν από μακριά. Όταν ο ζοχαδιασμένος τραμβαγέρης ξανακαθόταν στην θέση του και ξεκινούσε πάλι, οι πιτσιρίκοι ξανασκάλωναν. Αυτό το βιολί σταμάτα-ξεκίνα, συνεχιζόταν μέχρι να βαρεθεί ο οδηγός και να κάνει τα στραβά μάτια.

Το μπαταξιλίκι λοιπόν, δεν είναι ούτε απλή, ούτε ασήμαντη υπόθεση. Άλλωστε, οι παλιοί ταβερνιαρέοι δήλωναν νέτα-σκέτα ότι «ο βερεσές απόθανε κι ο γιος του πάει στην Πόλη» και συμβολικώς πετούσαν το τεμπεσίρι (κιμωλία) στη θάλασσα / σκουπίδια ενώπιον των πελατών, ως απάντηση σ’ αυτούς που ζητούσαν να τα «γράψει κάτω απ’ το σφουγγάρι» / «γράψτα-σβήστα».

Βλ. σχετικό ρεμπέτικο «στου Λινάρδου την ταβέρνα» (... κι άλλος ζούλα την καρφώνει ... = φεύγει κρυφά χωρίς να πληρώσει, ... βρε Λινάρδο ταβερνιάρη γράψτα όλα στο σφουγγάρι ...)

Ο Ζήκος (βλ. «Της κακομοίρας)», σε απάντηση στα απαιτητικά παλαμάκια παραγγελίας του γυαλάκια μπαταξή πελάτη, επεσήμανε: «... να παλαμοκροτάνε αυτοί που πληρώνουνε κι όχι εσύ που θέλουμε τρεις κιμωλίες στο γράψε-σβήσε τη βδομάδα για σένα ...».

Πάλι μου βούτηξες τον αναπτήρα μου; Δέκα έχω χάσει τον τελευταίο μήνα και μ' αυτόν έντεκα. Γιατί δεν πας μέχρι το περίπτερο να πάρεις πεντ-έξι βρε παλιο-μπαταξή;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία