Αναφέρεται σε γκόμενα 20-30 χρονών, κάτοικο βορείων προαστίων, που οδηγεί γκολφ, και έχει βαμμένο μαλλί με ξανθές ανταύγειες. Όπως καταλάβατε, ο όρος ευδοκιμούσε την δεκαετία του 90. Συνήθως οι γκόμενες αυτές γνώριζαν και γαλλικά και ολίγον πιάνο.

Η λέξη όπως είναι προφανές, προέρχεται από την πρόσθεση της κατάληξης -εξ στο επίθετο πλούσια.

Εγώ που λες Μήτσο, θέλω η γυναίκα που θα παντρευτώ να είναι πλουσιέξ. Να έχει ένα εξοχικό, το αυτοκινητάκι της, και τι με νοιάζει αν δεν μαγειρεύει; Θα έχουμε υπηρέτρια που θα πληρώνει ο πεθερός, για να μην κουράζεται η κορούλα του. Θα μου παίζει και καμιά σονάτα στο πιάνο το βράδυ ν' αποκοιμιέμαι. Γιατί θα πρέπει να έχει και πιάνο!!

έχει δίκιο η ιρονίκ ότι δεν πρέπει να βάζουμε ταμπέλες. Ας πούμε η ξεπλένω Φάνη Πάλλη είναι και Δαπίτισσα Βουπου γκόμενα και αναρχικιά με μοϊκάνα! (από Khan, 26/08/09)

Σύγκρινε με: αρχοντομούνα, κυριλογκόμενα, μοσκομούνα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία