Υβριστικός εναλλακτικός χαρακτηρισμός για το καμπέρι σε ένα βιντεοπαιχνίδι FPS (πχ Counter-Strike).

Το δεύτερο συνθετικό (-πουστα ή -πουστας) προφάνουσλυ από το πούστης, βλ. ομοίως αρχιδόπουστας, φλωρόπουστας κλπ.

Το πρώτο συνθετικό εκ της καβά(ν)τζας και αυτό, με τη σειρά του από:
α. Το ιταλικό gavazza = υπερβολικό ξεφάντωμα και, συνεκδοχικά, τα ποτά που φυλάμε/κρύβουμε για ένα ξεσάλωμα ή
β. Το ιταλικό cava = κάβα, υπόγεια αποθήκη.

- Πού είσαι;
- Lol!
- Πού είσαι ρε τελειωμένε, μίλα!
- Χεχε, έτσι ρε, ψάξε και λίγο!
- Τι θα γίνει τώρα, θα τρέχω σα τον μαλάκα πάνω κάτω στην πίστα για να βρω πού είσαι χωμένος; Βγες στο φως μωρή καβατζόπουστα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Από το καβάτζα και πούστης, ο κοινότατος ελληνικός χαρακτήρας που συνηθίζει να βολεύει τον εαυτό του είς βάρος των υπολοίπων.

- Ρε καβατζόπουστα φέρε μια μπύρα και κατά 'δω, που τις κρατάς όλες από το μέρος σου..

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο τύπος/η τύπισσα που καβατζώνει αναπτήρες.

Συνήθως, η λέξη χρησιμοποιείται σε θηλυκό γένος, δηλ. καβατζόπουστα.

Η διαδικασία καβατζώματος αναπτήρα είναι στάνταρ και είναι η εξής: αράζετε μαζί και κάνετε τσιγάρο, αυτός/ή ψάχνεται και δεν βρίσκει πάνω του φωτιά, ζητάει αναπτήρα, του/της δίνεις, ανάβει το τσιγάρο και, με γρήγορες κινήσεις, βάζει το χέρι του/της στην τσέπη. Αυτό ήταν, αποχαιρέτα τον αναπτήρα σου για πάντα.

Σε περίπτωση που ζητήσεις τον αναπτήρα σου πίσω, ο καβατζόπουσταςκαβατζόπουστα θα κάνει ότι δεν ξέρει τίποτα. Μάλιστα, ίσως σε προκαλέσει να τον/την ψάξεις κιόλας, αφού πρώτα επικαλεστεί τα θεία και ορκιστεί στη μάνα του/της.

- Ρε μαλάκα, που είναι ο αναπτήρας μου; Στον χέρι μου τον είχα πριν ένα λεπτό.
- Κι εγώ που θες να ξέρω, μωρέ μαλάκα;
- Ρε, τον καβατζώσες;
- Όχι ρε βλάκα, πας καλά; Στο ορκίζομαι. Ψάξ' τις τσέπες μου.
- Εσύ τον πήρες μωρή καβατζόπουστα; Δώσ' τον μου πίσω, δεν έχω άλλον.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε