Από τα αναφερόμενα στον ορισμό της Ιρονίκ και στο παπάρειο ντιζάινερ, καλλιτέχνης, μπορούμε να συνάγουμε ότι το καλλιτέχνης χρησιμοποιείται ως μία generic κλητική προσφώνηση, όπως τα γιατρέ μου, πρόεδρε/α, ψηλέ.

Ειδικά στο στρατό, αποκαλείται έτσι ο έφεδρος στρατιώτης (σμηνίτης / ναύτης), το κωλοφάνταρο. Υποτίθεται ότι οι καραβανάδες / μονιμάδες και ταλιμπάν είναι οι σοβαροί του έργου, ενώ οι κομπάρσοι είναι μέχρι αποδείξεως του εναντίου ύποπτοι για εκκεντρικότητα και ασοβαρότητα, οπότε καλούνται να αφήσουν τα καλλιτεχνικά, τα κομμουνιστικά και τα φιλοσοφικά, και ο,τιδήποτε τους ξεχωρίζει από την ζητούμενη ισοπεδωτική ομοιομορφία. Λέγεται λοιπόν η προσφώνηση προς τους φαντάρους με ψιλοϋποτίμηση, ψιλοζήλεια, και κυρίως επίγνωση των ορίων που χωρίζουν τους μεν από τους δεν. Από την άλλη, και οι ΕΠ.ΟΠ. είναι καλλιτέχνες.

- Ωπ, καλλιτέχνη! Τι βλέπω; Αξούριστος κι αγυάλιστος σήμερα;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ακολουθεί σεντόνι. Όποιος βαριέται, να πάει κατευθείαν στο παράδειγμα και να μη με βρίζει.

Για να ορίσω λοιπόν εν συντομία (!) αυτή τη λέξη, θα υπεραπλουστεύσω κάποια πράγματα και θα τα περιγράψω ως επί το πλείστον από μία συγκεκριμένη άποψη, την πιο παγιωμένη αντίληψη, η οποία συμπίπτει, μέχρι ενός σημείου, με την αντικειμενική και με άξονα πάντα την Δυτική ιστορία. Θα περιοριστώ δηλαδή σε πιθανόν μονομερείς απόψεις. Αυτές όμως είναι που οδήγησαν την γλώσσα στον σλανγκισμό της λέξης «καλλιτέχνης».

Τον παλιό τον καλό (;) καιρό, από την απαρχή της τέχνης μέχρι δηλαδή τον μεσοπόλεμο περίπου, ο καλλιτέχνης υπηρετούσε τα θεία ή τους και καλά επί γης εκπροσώπους τους (βασιλιάδες, αυτοκρατόρους, κλήρο κλπ). Ήταν μια ταπεινή ψυχή που συνήθως ψωμολύσσαγε. Εννοείται ότι δεν ήταν παρθένα η καλλιτεχνική κοινότητα από κόντρες και ίντριγκες, αλλά η ουσία είναι ότι τελικά παραγόταν έργο. Δεν υπήρχαν τότε τα οπτικοακουστικά μέσα να διασκεδάζουν τα μάτια, τα αυτιά και την πλήξη των προυχόντων. Άρα ο γλύπτης, ο ζωγράφος, ο ποιητής και ο μουσικός ήταν απαραίτητοι, όπως και οι πλύστρες και οι μάγειροι. Έτσι έβγαινε και το προς το ζην των ανθρώπων που έβλεπαν με άλλο βλέμμα την ανθρώπινη συνθήκη και την φύση, οι οποίοι δύσκολα θα μπορούσαν να επιβιώσουν αλλιώς.

Παραγόταν λοιπόν έργο -κι έτσι η τέχνη αποκρυστάλλωσε το βλέμμα τής εκάστοτε εποχής σε συνδυασμό με το βλέμμα του κάθε καλλιτέχνη της. Η τέχνη είναι ένα τεράστιο μωσαϊκό της ανθρώπινης ιστορίας.

Και τότε ακόμα, ο καλλιτέχνης δεν ήταν κάτι που το σέβονταν οι πολλοί. Θεωρούνταν γραφικός, νεραϊδοπαρμένος, περίεργος, φτωχομπινές, ανίκανος να πιάσει τη ζωή από τα αρχίδια, κλπ, και σαφώς ένας γονιός θα προτιμούσε το παιδί του να γίνει αξιωματικός ή νομικάριος ή παπάς, από το να γίνει πχ μουσικός (για κάποιους δε, «μουσικός» σήμαινε και τρελός). Λίγες ήταν οι περιπτώσεις που ωθούσαν το παιδί τους στην τέχνη, με υπερβολές ή μη (μπαμπάς Χάυντν, μπαμπάς Μότσαρτ, μπαμπάς Μπετόβεν).

Η στιγμή όμως κατά την οποία άρχισε να παίρνει νέα χροιά ειρωνείας η μορφή του καλλιτέχνη, ήταν η εποχή κατά την οποία ήκμασε η τέχνη, με την έννοια της πληθώρας των καλλιτεχνών που, πια, αποτελούσαν μεγάλη κοινότητα: τα χρυσά χρόνια της Μονμάρτρης με τους ζωγράφους και τους γλύπτες και τους μουσικούς και τους λογοτέχνες που σχημάτισαν αυτό το κύκνειο άσμα της λεγόμενης κλασικής εποχής και την πρώτη εμφάνιση του μοντερνισμού. Έτσι, ταυτίστηκε ο καλλιτέχνης με τον μποέμη.

Αλλά σύντομα ξεφύγαμε από την αγνή μποεμιά και γέμισε ο τόπος χαραμοφάηδες. Έγινε της μοδός και η τέχνη. Όταν, δε, άρχισε να πλουτίζει και ο καλλιτεχνικός κόσμος τρελά σε σχέση με το παρελθόν, και η φήμη του είχε πάψει να αφορά την μετά θάνατον δόξα αλλά το Τώρα -στα περιοδικά, στις τηλεοράσεις και στις εφημερίδες, όλος ο κόσμος ήθελε να γίνει ζωγράφος, ηθοποιός, ποιητής, σκηνοθέτης. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, είχε έρθει η πρώτη στιγμή στην ιστορία που ο καθένας μπορούσε να βρει τον καλλιτέχνη μέσα του. Έτσι εμφανίστηκαν πολλοί πραγματικοί και πολλοί δήθεν. Και ο πανικός έπιασε τους διανοούμενους που άρχισαν να μιλάνε για το τέλος της Τέχνης και το τέλος της Ιστορίας και το τέλος της Φιλοσοφίας και το τέλος του Λόγου και τεσπα όλα αυτά τα, κατά τη γνώμη μου, απαισιόδοξα και σκοταδιστικά...

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού λοιπόν, με την αβάν γκάρντ και τον εκδημοκρατισμό της παιδείας και της τέχνης, άρχισε συγχρόνως να φτουρά και ο τσαρλατανισμός, στην τέχνη όπως και στην επιστήμη. Η ημιμάθεια και η τάση για ταχύτητα συνέβαλαν σε αυτό. Είναι μάλλον αυτό που εννοούσε ο Ματίς όταν έλεγε: «Η αφηρημένη τέχνη, έτσι όπως την εννοούμε στην εποχή μας, μου φαίνεται ότι αποτελεί μια επικίνδυνη τάση. Υπακούει στο πνεύμα της ευκολίας» (Γραπτά και ρήσεις για την τέχνη, σ. 253).

Συγχρόνως δε, πήραν άλλη τροπή οι ανθρώπινες σχέσεις. Το μεταπολεμικό χρήμα απλώθηκε σε πολλά πορτοφόλια. Πολλοί, τότε, θέλησαν να παίξουν ρόλο προύχοντα του παρελθόντος. Η εποχή της ειρήνης και της ευημερίας που οδήγησε στα ροκ εβδομήνταζ και στα γκλάμορους ογδόνταζ -και που κατέληξε προσωρινά στην σημερινή αναδίπλωση- έφερε μαζί της την ματαιοδοξία και την απληστία, οι οποίες εισέβαλαν για τα καλά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα -ενώ πριν μερικές δεκαετίες ακόμα αυτά τα ποταπά συναισθήματα αφορούσαν μόνο την αριστοκρατία. Η τέχνη γέμισε με περισσότερους τσαρλατάνους από ποτέ, οι οποίοι αντέγραψαν τους εκάστοτε μεγάλους της εποχής τους και απλώθηκαν σαν την σκόνη μέσα και πάνω στην καλλιτεχνική κοινότητα. Οι δε αγοραστές ή ψευδο-μαικήνες πιθανόν να μην έχουν τη μόρφωση που είχαν οι παλιοί, κι έτσι φτουράνε τώρα οι δηθενιές.

(Αμ που σήμερα ακόμα έρχονται κάποιοι δικοί μας, ας πούμε, οι οποίοι δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι ο αιώνας πέρασε και ο χρόνος τους προσπέρασε, και σου το παίζουν φτωχοί πλην τίμιοι καλλιτέχνες που σπουδάσαν στα Παρίσια με το υστέρημά τους -ω ναι, το λένε και θέλουν να το πιστέψουμε- υπό καθεστώς φτώχειας και μιζέριας και εξορίας κλπκλπκλπ... Κάτι σαν τους εκ του ασφαλούς ψευδο-εμιγκρέδες μας που αντιστάθηκαν στο εξωτερικό ένα πράμα...)

Η αλήθεια είναι πως η ειρωνεία απέναντι στην φιγούρα ενός καλλιτέχνη είναι και παράγωγο της καχυποψίας -απέναντι στην τέχνη- του απαίδευτου. Όμως πολύ συχνά, παρά τις εμμονές του για μίμηση των ξενόφερτων καταστάσεων, ο απαίδευτος θα είναι εκείνος που θα τσιμπήσει το σκάρτο ποιον του τσαρλατάνου, και όχι ο γιατρός που θα ψωνίσει πίνακα για το ιατρείο του...

Μιλάω κυρίως για ζωγραφική, μάλλον γιατί αυτή είναι που έρχεται πρώτη στο μυαλό όταν λέμε την λέξη «καλλιτέχνης».

Έτσι λοιπόν η έννοια καλλιτέχνης έχει πάλι αρνητική χροιά. Ανήκει, φερ' ειπείν, κατά τον Μπούμπη, στη «ζαργκόν των ΚΑΠΗ» για να περιγράψουν «νέους με μαλλιά και σκουλαρίκια». Γιατί και η σημειολογία του ντυσίματος του καλλιτέχνη δεν μπορεί να είναι συμβατική, πρέπει να προκαλεί, έτσι είναι ο μύθος. Λίγο γκέι, λίγο ατημέλητη, λίγο γκλαμουράτη, η εμφάνιση του καλλιτέχνη πρέπει να αποπνέει αντισυμβατικότητα κι ελευθερία (;) επιλογών.

Γενικότερα όμως, καλλιτέχνης σήμερα είναι ο δήθεν, ο που πουλάει άποψη, ο κάθε άλλο παρά καλλιτέχνης. Είναι ο γελοίος τύπος που το παίζει -παρόλο που δεν τον παίρνει, έτσι νούλα που είναι.

Έχει, τέλος, και τη σημασία του γιατρέ μου (ο ειδήμων), πρόεδρε, κλπ.

Νονός: BuBis

  1. - Είδες ο εγγονός της Φωφώς; Πώς έγινε έτσι αυτό το παιδί... Σαν κορίτσι δείχνει με τα μαλλιά αυτά και με τα σκουλαρίκια...
    - Καλλιτέχνης, Γιάννη μου, καλλιτέχνης, δεν τον είδες στην τηλεόραση;

  2. - Τιιιιι έγινε ρε καλλιτέχνη;;; Θα το παρκάρεις το αμαξάκι να προχωρήσουμε;;;

  3. - Ρε καλλιτέχνη, για πες μας εσύ που ξέρεις, θα βρέξει αύριο για όχι;

(από electron, 10/09/09)Καλλιτέχνης θα πει... (από GATZMAN, 10/09/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία