Ο μαλάκας της υπόθεσης, αυτός που πλερώ τα γαμησιάτικα, σε άπταιστα ελληνικά.

- Βγαίνουν οι μαλάκες και παίζουν μπάλα στο διάδρομο, όλα πουτάνα, λάμπες σπασμένες και τα ρέστα, και μετά μου τη λένε ότι τα έκανα εγώ που, λέει, τα κέρατά μου έχουν γαργαντουώσει, και βγαίνω δε μαλάκας οφ δε κέης. Κατάλαβεςςς;;;
- Σ' έχουνε πάρει στο ψιλό, ψιλό ψιλό...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία