Σημαίνει τον καταλογισμό εργασίας ή έργου σε πρόσωπο ή ομάδα. Γενικά είναι η ίδια έκφραση με το βυσματώνω, ανάλογα από ποια πλευρά το βλέπει κανείς. Λέμε π.χ. «μου κοτσάρισε και την αρχειοθέτηση η μαλακισμένη», ενώ η μαλακισμένη μπορεί να πει «θα τον βυσματώσω με την αρχειοθέτηση».

Πιθανώς να σχετίζεται με το κοτσάρισμα σκάφους στον κοτσαδόρο, ετυμολογία που φαίνεται να είναι πολύ λογική, καθώς το κοτσάρισμα σκάφους «φορτώνει» τεράστιο φορτίο στο εφελκύον όχημα (μα τι λέω ο μαλάκας).

- Θα μου κοτσάρεις τα πιάτα πάλι; Τα 'πλυνα χθες και προχθές, ενώ εσύ πλένεις μόνο το μουνί σου. Άει παράτα με πια!

- Βάζεις μια ρουτίνα για τα γραφικά, κοτσάρεις και λίγο τζάβα-μάβα και είσαι ok!

- Ρε, το μαλάκα, τρία λιμά μου κοτσάρισε. Βάλ' την μέσα!

υπέρμετρο κοτσάρισμα (από panos1962, 07/11/09)κοτσαδόρος (από panos1962, 07/11/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία