Ο μεσήλικας ή υπερήλικας που το παίζει νεαρό τεκνό και τζόβενο σαν να ήταν στα ντουζένια του και την πέφτει σε πιτσιρίκες, ή έχει άλλες συνήθειες νεαρών, λ.χ. τραγουδάει στη γιουροβύζιον. Βλ. και πουρέιντζερ / πουρέιτζερ, πουρέιβερ, πουρόκερ κ.τ.ό.

Πάσα: Γκάτσμαν.

o danths ap thn alli vgike toso sigouros kai kala gia th prwtia me ta ksekola(den lew tou rouva forousan ligotera alla to proklitiko thewrw oti exei na kanei me to ti foras k oxi me to ti megethos exei)kai aftos san na thele na to paiksei palikaraki to gerontotekno.. (Εδώ).

(από Khan, 16/03/11)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε