Άσκηση επιρροής προς διαφωνούντες από ιεραρχικά ανώτερο, με σκοπό την κάμψη των αντιρρήσεων και την συμμόρφωση τους.

Εφαρμόζεται συχνά στην κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνητικού κόμματος, όπου διάφοροι βουλευτές μετά το μασάζ που υφίστανται από τον Γραμματέα της Κ.Ο. ενόψει μιας κρίσιμης ψηφοφορίας, κάνουν γαργάρα τους δια τηλεοπτικών παραθύρων λεονταρισμούς τους, καταπίνουν το επάρατο κόκοκο και επιστρέφουν τελικά στο κομματικό μαντρί.

Ο κ. Καρχιμάκης έχει αναλάβει το δύσκολο «κομματικό μασάζ» των πιο... μαχητικών συνδικαλιστών. (από εδώ)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία