Φρεσκοχεσμένη κουράδα βοοειδούς. Μεταφορικά ο νωθρός, ο χωρίς πνεύμα και ενέργεια άνθρωπος, ο μαλθακός.

  1. Πρόσεχε μη πατήσεις καμιά σβουνιά άμα πας στο σταύλο.

  2. Κοίτα έναν ποντικαρά ρε πώς φιδιάζει, έκατσε πάλι σα σβουνιά το κωλόψαρο. Σήκω πάνω ρε στραβάδι, έχεις επερεσία στις τουαλέτες...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Εναλλακτικά, ο 'Αδωνις Γεωργιάδης

Βγηκε παλι η σβουνια στα καναλια και μυρισε σταβλο η γειτονια

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε