Λέξη πασπαρτού που χρησιμοποιείται για να κατονομάσει αντικείμενα ή συσκευές που είτε δεν έχουν όνομα είτε το αγνοούμε.

Συνήθως χρησιμοποιείται για αντικείμενα τα οποία εκπληρώνουν κάποιο σκοπό.

- Δεν μπορούσα να μετρήσω των πυκνωτές και έφτιαξα ένα λαλάκι για να το κάνω.
- Τι λαλάκια και λαλακίες μου λες, γέφυρα λέγεται.

- Χρειαζόμαστε ένα λαλάκι να μεταφέρει τα δεδομένα από τον σέρβερ.
- Εφαρμογή ή σκριπτάκι θες;

Πρβλ. και μαρκούτσι (και τα αναφερόμενα εκεί λήμματα).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

λαλάκια: χρήματα, λεφτά. Χρησιμοποιείτε στην πάτρα.

«Τέλος τα λαλάκια, τέλος και η αγάπη», πατρινιά εγκατάλειψε το συνοδό της στην Κωνσταντινούπολη όταν έμεινε ρέστος

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία