Εκ του αγγλικού choke, πνίγομαι, ασφυκτιώ. Χρησιμοποιείτε όταν κάποιος κομπλάρει, κολλάει, κολώνει και δεν φέρει σε πέρας την (όποια) αποστολή του. Οφείλεται συνήθως σε ψυχολογικούς λόγους, φυσικά σε παθητική φωνή διότι το παθαίνεις.

Τσόκαρε ρε συ ο Μπάμπης, εκεί που χλάτσωνε για πλάκα τα τρίποντα δεν έβαλε τίποτα και γαμήθηκε η φάση, χάσαμε…

'Ηταν να την πέσει στην γκόμενα ο Λάκης αλλά τσόκαρε ο μαλάκας και πήρε τα αρχίδια μου (του)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε