SLANG.gr
  • English
  • Σύνδεση ή εγγραφή
  • Λήμματα
  • Ορισμοί
  • Σχόλια
  • Ετικέτες
  • Μέλη
  • Φόρουμ
  • Νέος ορισμός
  1. SLANG.gr
  2. Λήμματα
  3. Ορισμοί
  4. 1 ορισμός για μαστούρας

μαστούρας

Ο μονίμως μαστουρωμένος.

Ο μαστούρας (Μάρκος Βαμβακάρης, 1934).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ: Μέρη του λόγου - Ουσιαστικό
  • ναρκοσλάνγκ
  • ουσίες
  • ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ: δεκαετία 1930-39

Δημοσιεύτηκε 2025-10-12 11:27:12+00:00

Khan

Khan

  • 2586
  • 7238
  • Όροι χρήσης
  • Πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων
  • Επικοινωνία

© SLANG.gr 2006-2015

Σύνδεση ή εγγραφή

Σύνδεση

Ξέχασα τον κωδικό μου!

Εγγραφή νέου μέλους

Επιλέγοντας "Εγγραφή" παρακάτω συμφωνείς με τους Όρους Χρήσης και την Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.