Το δίκαννο όπλο. Από τα περσικά μέσω τουρκικών, όπου çift είναι το ζευγάρι, βλ. τσιφλίκι, αρχικά τσιφτιλίκι = το ζευγάρι τα βόδια. (Δες).

Καλεύ' ένα άλογο, παίρ' κι ένα τσ̑ιφτέ, κόφτ' δεσποτιού το στράτα. (Από την Καππαδοκία).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε