Το δίκαννο όπλο. Από τα περσικά μέσω τουρκικών, όπου çift είναι το ζευγάρι, βλ. τσιφλίκι, αρχικά τσιφτιλίκι = το ζευγάρι τα βόδια. (Δες).
Καλεύ' ένα άλογο, παίρ' κι ένα τσ̑ιφτέ, κόφτ' δεσποτιού το στράτα. (Από την Καππαδοκία).
Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!
Δημοσιεύτηκε 2026-04-27 12:14:58+00:00
Ξέχασα τον κωδικό μου!
Επιλέγοντας "Εγγραφή" παρακάτω συμφωνείς με τους Όρους Χρήσης και την Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.