Η λέξη «σισινιόροι» είναι ένας σπάνιος, σκωπτικός/ειρωνικός χαρακτηρισμός της ελληνικής γλώσσας που προέρχεται από συναρπαγή (συγχώνευση) της ιταλικής φράσης «Sì, signore» (Μάλιστα, κύριε). Περιγράφει τους ανθρώπους που λένε διαρκώς «ναι», τους οσφυοκάμπτες, τους υπάκουους, τους κόλακες ή όσους συμφωνούν τυφλά με τους ανωτέρους τους. Η λέξη εντοπίζεται ιστορικά σε παλιά κείμενα και άρθρα (όπως του δημοσιογράφου Βλάση Γαβριηλίδη). (Δες).

Έχουμε γεμίσει σισινιόρους που δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη της άποψής τους.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε