Ετυμολογία: < γαλλική je-m'en-foutisme < je m’en fous. ζαμανφουτισμός αρσενικό

Η πλήρης αδιαφορία για κάτι το οποίο θα έπρεπε να ενδιαφέρει και απασχολεί.

  1. Ο ζαμανφουτισμός της πολιτικής τάξης έχει υπερβεί τα όρια του σκανδάλου.
  2. Αυτός ο τρόπος ζωής έθρεψε πολλές μεταπολεμικές γενιές ως τώρα και είναι γνωστός ως «ωχαδερφισμός» και ζαμανφουτισμός. (Ελληνικός τύπος, Τορόντο, 18/4/2006)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε