1. Χρησιμοποιείται σε πλάγιο λόγο για λεχθέντα (ή και ενέργειες) των διηγούμενων που (α) δεν έχουν σημασία, (β) είναι σεξουαλικού ή συνωμοτικού περιεχομένου, (γ) (σε περίπτωση ομιλίας) ο αφηγητής δέν άκουγε. Συνώνυμα: μπούρου μπούρου.

  2. Στη φράση σούξου μούξου μανταλάκια: χρησιμοποιείται απαξιωτικά (συνήθως για κάτι που έχει ειπωθεί). Συνώνυμα: μαλακίες, παπαριές, μπούρου μπούρου μαλακίες.

  1. - Ρε κούκλα μου, χίλιες φορές στό'χω πει, όταν είμαι στη σκηνή και παίζω, δεν γουστάρω ν' αρχίζεις τα σούξου μούξου με τις φιλενάδες σου. Μα όλα τότε θα τα πείτε;

  2. - Ξέρεις ρε τι μου είπε ο Σούλης; Οτι την επόμενη εξεταστική θά'χει πάρει πτυχίο. Καλά, πόσα τού 'χουν μείνει;
    - Έλα ρε τώρα, κάθεσαι κι ακούς τον Σούλη... «Θά'χει πάρει πτυχίο» και σούξου μούξου μανταλάκια τώρα να πούμε...

Βαρέθηκα τα σούξου-μούξου-του σου! (από tryager, 04/08/11)

Βλ. και σχετικό λήμμα στην πλήρως ανεπτυγμένη του μορφή σούξου μούξου μανταλάκια και τα ρέστα καραμέλες. Ακόμη: κουκουρούκου μανταλάκια.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία