Κυριολεκτικά το μέρος της αμοιβής μίας πόρνης που είναι δεσμευμένο από τον προαγωγό. Επειδή εδώ υπάρχει μία εγγενής αδικία και αδυναμία του συστήματος, καθ' ότι άλλος τον τρώει και άλλος εισπράττει, είθισται η έκφραση να χρησιμοποιείται για να περιγράψει μία καταχρηστική οικονομική υποχρέωση προς τρίτους, ενώ πολλές φορές απουσιάζει η αμιγώς οικονομική διάσταση του όρου και η έμφαση στην αδικία που υφίσταται το υποκείμενο ως μη όφειλε.

1
- Μηνά, ήρθε το εκκαθαριστικό της εφορίας και μας ζητάνε λέει άλλα 836 ευρώ.
- Ω ρε πούστη μου, τι νταβατζηλίκι είναι αυτό. Από εκατό μεριές μας τα παίρνουν και πάλι χρωστάμε.

2
Τι νταβατζηλίκι είναι αυτό με τη βενζίνη ρε παιδάκι μου... Ανεβαίνει το πετρέλαιο, ανεβαίνει η βενζίνη. Κατεβαίνει το πετρέλαιο, ακούνητη η βενζίνη. Ρε δε γαμιόμαστε λέω εγώ... θα το πουλήσω και θα πηγαίνω με το λεωφορείο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε