Μοδίστρα ονομάζουμε επίσης και τις γυναίκες που σπουδάζουν στις σχολές υγείας και πρόνοιας, γνωστές και ως Σχολές Επαγγελμάτων Υγείας & Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Π.). Αυτό το παρατσούκλι βγήκε από την άσπρη στολή τους (σκέψου νοσηλεύτριες στα νοσοκομεία) που φορούσαν παλιά οι μοδίστρες, αλλά και από το γεγονός του ότι κρατάνε βελόνες και τρυπάνε τον καημένο το κοσμάκη για πρακτικούς λόγους, γιατί και αυτές πρέπει κάπου να μάθουν και ο πιο εύκολος στόχος είναι τα λιγούρια των άλλων σχολών, π.χ μηχανολογία που κατακλύζεται από άντρες και κάποιος θα βρεθεί να τρυπηθεί με πολύ ευχαρίστηση με τραγικές συνέπειες γι' αυτό το άτομο, καθώς μετά του πονάει απίστευτα το χέρι, γιατί η χασάπισσα δεν βρήκε με την 1η φορά φλέβα, αλλά με την 101η. Οι ποδιές είναι υποχρεωτικές σε αρκετά μαθήματα. Ο χαρακτηρισμός αυτός λέγεται αρκετές φορές με πειρακτικό σκοπό, άλλες φορές θα περαστεί στο ντούκου, άλλες θα παρθεί ως βρισιά -ανάλογα το άτομο!

- Ωπ! για δες, έρχεται το Χριστινάκι με την ποδιά της. Μάλλον τώρα θα τελείωσε το μάθημα, σκέτη κάβλα είναι!
- Ωχ ναι... καλώς την μοδίστρα μας!
- Άντε γαμήσου ρε μαλάκα!

(από Khan, 03/01/11)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μοδίστρα(ς) λεγόταν ο αμφιβόλου σεξουαλικού προσανατολισμού ναύτης, πολύ παλιά, βλ. έφαγα το καβλί του ναύτη = ταλαιπωρήθηκα, έφαγα ζόρι / πούτσα / γαμήθηκα κτλ.

Παίζει να προέρχεται απο την παναθεματισμένη τη ναυτική στολή, που θέλει σιδέρωμα, πέντε τσακίσεις, μπελαμάνα, κολαρίνα, λιγαδούρα, ίσιωμα το μαύρο μαντήλι, κορδέλλα με φιόγκο στην ασπιρίνη, παντελονόκουμπα που ανοίγουν μπροστά κι έχει δυο ματζαφλάρια στο πλάι, δηλαδή μπορεί και να σου πάρει κανά εικοσάλεπτο να ντυθείς...

Ο Τσιφόρος, αφιερώνει μια σχετική ιστορία «Ο Μοδίστρας» στα «Παραμύθια πίσω απο τα κάγκελα», με ένα ναύτη που αναγκάζεται ένεκα εκδουλεύσεως, να κάνει παραχωρήσεις εσωτερικής καύσεως ... Φαίνεται οτι ενώ το σώμα τραβάει αμφότερα τα φύλα
(βλ. Μοσχολιού «ναύτης βγήκε στη στεριά για περιπολία», «ένα ναυτάκι αγάπησα κι εγώ» κτλ.), εν τούτοις, οι πουρές λούγκρες κάνουνε άγριο κυνηγητό στα ναυτάκια, όπως φαίνεται και απο την εμμονή του μεγάλου Τσαρούχη. Άλλωστε και οι ίδιοι οι ναύτες χαριεντίζονται μεταξύ τους, πετώντας ψευτοαδερφίστικα αστεία και προσφωνήσεις (π.χ. πού' σαι μωρή κυρία; / Μωρή κληρού / Μωρή κοπέλα κτλ). Το' χει η μπελαμάνα φαίνεται ...

Μάλιστα, σώζεται και η εξής αληθινή ιστορία: Κάποιος γνωστός γεροπούστης, εθεάθη Μεγάλη Παρασκευή αλαμπρατσέτα μ' ενα χαρτζηλικωμένο γαργαρότεκνο. Μια πικαρισμένη πουρόλουγκρα που τους εμπάνισε, είπε χαριτολογώντας στη «δικιά της»:

- Μωρή δε ντρέπεσαι; Μεγάλη Βδομάδα ν' αρταίνεσαι;

Η απάντηση ήρθε ατάκα:

- Καλέ δε βλέπεις; Θαλασσινό, νηστίσιμο!

- Ρε παιδιά, εντάξει ο φιόγκος; Μια ώρα τον πατικώνω...
- Φύγε απο 'δώ μωρή μοδίστρα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Προσφώνηση για τους στρατιώτες των Διαβιβάσεων με ειδικότητα χειριστών τηλετύπου (telex), λόγω της συνήθειας τους να περνάνε τις διάτρητες, κίτρινες κορδέλες του τηλέτυπου στον λαιμό τους, μοιάζοντας έτσι με μοδίστρες που κρατάνε στο ίδιο σημείο τις μεζούρες.

Εναλλακτικά: Κορδελιάστρες.

Ρε σειρά, πήγα στο ΚΕΠΙΚ χτες να πάρω τηλέφωνο και μια μοδίστρα δεν με άφησε να μπω. Θα τον πήξω αύριο τον ψαρά.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο σμηνίτης της αεροπορίας, σύμφωνα με τους υπηρετούντες στο στρατό.

Ο όρος βγαίνει από τη γκρίζα τσάντα «της μοδίστρας» που κουβαλάνε οι σμηνίτες στον ώμο όταν (σχεδόν ποτέ δηλαδή) πάνε πορεία.

- Γουστάρω φίλε φανταράκο! Έχω 15 μέρες off (άγραφη άδεια) και θα ξαναδώ στρατόπεδο τον άλλο μήνα τώρα.
- Μας έχετε σπάσει τα αρχίδια εσείς οι μοδίστρες με τα off σας!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία