Επιλεγμένες ετικέτες

Ο χαλιάς, του χαλιά, οι χαλιάδες / τα χαλιάδια Επιφάνεια πλαγιάς με συνήθως μεγάλη κλίση, γεμάτη χαλίκια και μικρές κατά κανόνα πέτρες που είναι περισσότερο ή λιγότερο ασταθής για να βαδίσει κανείς επάνω της. Αν αυτή η επιφάνεια εκτείνεται σε μεγάλο ύψος και εύρος, τότε μιλάμε για σάρα. Η σάρα, της σάρας.

Τσοπάνικο αίνιγμα από τα "Ποιμενικά τής Ρούμελης", του Δ. Λουκόπουλου: "Μια πρατίνα [προβατίνα] ρούντα ρούντα, το χαλιά - χαλιά πααίνει και χαλίκι δε γκρεμίζει. Τι είναι;"

Είναι, βεβαίως, η αντάρα η οποία 'περπατάει' επάνω στον χαλιά χωρίς να γκρεμίζει ούτε ένα χαλικάκι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Μπορεί να ακουστεί και ως "σαντουίτς".

Κοπελιά, πιάνεις δυο σαντουίτς και μια κοακόλα;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

λείξουρος ή λειξούρης, λειξουριά

Από το ρήμα λείχω=γλείφω. Χρησιμοποιείται στην Αναστασιά Σερρών. Σημαίνει άνθρωπος που του αρέσουν τα γλυκά και γενικά τά νόστιμα εδέσματα.

Μόνο με λειξουριές την έβγαλες σήμερα !!!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ξάι το, πληθ. ξάγια: μέτρο χωρητικότητας δημητριακών που χρησιμοποιούσαν στην Κύθνο (όπως και αλλού). Απ' ό,τι θυμάμαι ήταν ένα κυλινδρικό μεταλλικό δοχείο με χερούλι (αλλά και ξύλινο, όπως μου έχουν πει οι παλιότεροι) χωρητικότητας 7 οκάδων κριθαριού, που ήταν το κύριο αγροτικό προϊόν του νησιού μέχρι τη δεκαετία του '60.

Στο Βικιλεξικό βρίσκουμε:

ξάι (ουδέτερο):

  1. αλευροκόσκινο του μυλωνά που αποτελούσε μέτρο υπολογισμού της αμοιβής του (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο καθώς και σε περιοχές Ηπείρου).

  2. το αλεστικό δικαίωμα του μυλωνά, αλεστικά.

  3. μονάδα μέτρησης χωρητικότητας: δημητριακών (μισό κιλό), μεταξόσπορου (το 1/6 της ουγγιάς), μπαρουτιού, πυρίτιδας.

Ετυμολογία: ξάι < μεσαιωνική ελληνική ξάι < ελληνιστική κοινή ἐξάγιον < λατινικά exagium

Πέντε ζευγαριές χωράφι, πέντε ξάγια γέννημα! Τσάμπα ο κόπος και τσάμπα ο σπόρος!
(ζευγαριά: επιφάνεια χωραφιού που μπορεί να οργωθεί από έναν άνθρωπο μ' ένα ζευγάρι ζώων σε μια μέρα / γέννημα: τα σιτηρά -στο παράδειγμα: κριθάρι).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία